Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

16 Νοε 2017

0 H φόνισσα με τα τηγανόψωμα - Weekly Inspiration Boost


«Φαρμακούλα», η φόνισσα με τα τηγανόψωμα


Στο πρώτο επεισόδιο της νέας εκπομπής τού Moonlight Tales, "WTF φόνοι ανά τον κόσμο", ασχοληθήκαμε με την ιστορία που πάτησες να διαβάσεις.
Αν η ανάγνωση δεν είναι του στυλ σου ή αν θες να μάθεις τι έγινε στη συγκεκριμένη υπόθεση γρήγορα και περιληπτικά, πάτησε play.
Στο άρθρο θα βρεις διάφορα ονόματα, που δεν αναφέρθηκαν στην εκπομπή και περισσότερες δηλώσεις από τους εμπλεκόμενους, καθώς και φωτογραφίες.




Το Σάββατο 18 Ιανουαρίου η Μαρία Σαμπανιώτη πενήντα ενός ετών φεύγει από το σπίτι της στην οδό Κλεάνθους 20 στο Περιστέρι μαζί με την κόρη της, Ελισάβετ, πηγαίνοντας για ψώνια. Στο δρόμο αφήνει από μια λεκάνη ζύμη στις γειτόνισσές της, Ελένη Μουστοπούλου και Ειρήνη Κληματσά, πενήντα επτά και σαράντα έξι ετών αντίστοιχα. Οι δύο γυναίκες χρησιμοποιούν τη ζύμη για να φτιάξουν ψωμί και τηγανόψωμα και λίγες ώρες αργότερα βρίσκονται στο νοσοκομείο.


Τα Θύματα

Στο Γενικό Κρατικό της Νίκαιας και στο Νοσοκομείο «Μεταξά» τού Πειραιά οδηγείται σε κωματώδη κατάσταση με οξεία τροφική δηλητηρίαση και ο Θεόδωρος Μουστόπολους εξήντα ετών, σύζυγος της Ελένης, ο Κώστας Μουστόπουλος τριάντα τριών ετών, γιος τής Ελένης, ο Αντώνης Κληματσάς είκοσι τεσσάρων χρονών, γιος της Ειρήνης, και οι Γιάννης και Σουλτάν Μουρατπάγιερ, φιλοξενούμενοι της οικογένειας Κληματσά.



Την Τρίτη 21 Ιανουαρίου η Μαρία Σαμπανιώτη έδωσε κατάθεση στο Αστυνομικό Τμήμα Περιστερίου.



Είχε διενεργηθεί ήδη έλεγχος από το Τοξικολογικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών σε υπολείμματα της ζύμης, στο ψημένο ψωμί και στα τηγανόψωμα, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι στα δείγματα υπήρχαν παράμετροι φωσφορικών εστέρων, που χρησιμοποιούνται σε γεωργικά φάρμακα και εντομοκτόνα και παράγωγα των οποίων είναι το παραθείο, το οποίο ανιχνεύθηκε και στον οργανισμό των θυμάτων μετά από αιματολογικές εξετάσεις. Αντιθέτως, οι έλεγχοι στο αλεύρι που είχε στείλει ο πατέρας τής Σαμπανιώτη από το χωριό Μελάνθιο στην Καστοριά, όπως και ποσότητα ζύμης με την οποία η ίδια είχε φτιάξει η ίδια ψωμί για τη δική της οικογένεια, έδειξαν πως ήταν απολύτως «καθαρά».



Στην αστυνομία η Σαμπανιώτη δήλωσε:

«Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε το δηλητήριο στη ζύμη. […] Εγώ ζύμωσα κανονικά, όπως κάνω κάθε φορά. Δεν είμαι νέα νοικοκυρά. Ξέρω να κάνω σωστά τη δουλειά μου. Δεν μπορώ να μπερδέψω το αλάτι με το δηλητήριο. Πήγα να κάνω ένα καλό και πώς μπλέχτηκα, Θεέ μου, έτσι;»
(εφ. Απογευματινή, Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 1992).

Εικόνα 1. Η Μαρία Σαμπανιώτη

Παρά την κατάθεσή της, οι αστυνομικοί μετά από έρευνα έφτασαν στο συμπέρασμα ότι το κίνητρο της Σαμπανιώτη ήταν η εκδίκηση. Οι μαρτυρίες και τα διαθέσιμα στοιχεία ανέφεραν ότι η Σαμπανιώτη από καιρό φλέρταρε με την ιδέα να παντρέψει τις κόρες της με τον Κώστα Μουστόπουλο και τον Αντώνη Κληματσά, εκείνοι όμως είχαν αρνηθεί. Η ίδια η Ελένη Μουστοπούλου είπε στους δημοσιογράφους από το κρεβάτι της στο νοσοκομείο:


«Η Μαρία ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι κι από την αρχή μού είχε πει πως ήθελε τον γιο μου, τον Κώστα, για γαμπρό της. Μου έφερε και νήμα, για να φτιάξω μπλούζα στην κόρη της. Της είπα ότι ήταν πολύ νωρίς για γάμους. Εμείς δεν είχαμε ούτε έναν χρόνο στην Ελλάδα.
(εφ. Ελεύθερος Τύπος, 25 Ιανουαρίου 1992).

Γείτονες της οικογένειας μάλιστα επιβεβαίωσαν τα όσα είπε η γυναίκα λέγοντας ότι «η οικογένεια Μουστοπούλου δεν ήθελε τον γάμο, γιατί αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα»
(εφ. Ελεύθερος Τύπος, 27 Ιανουαρίου 1992).

Την Πέμπτη 23 Ιανουαρίου η Μαρία Σαμπανιώτη αρνήθηκε κάθε κατηγορία, ενώπιον του ανακριτή, στον οποίο προσήχθη το πρωί εκείνης της μέρας, λέγοντας:

«Εγώ δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανέναν. Κάποιος άλλος έβαλε στο μάτι την οικογένειά μου κι επειδή αυτή τη ζύμη την είχα φτιάξει για το σπίτι μου, έριξε δηλητήριο μέσα όταν εγώ έλειπα από το σπίτι για ψώνια» υποστήριξε και διευκρίνισε: «Το παιδί μου από νωρίς μου είχε πει να βγούμε για ψώνια, αλλά εγώ το είχα ξεχάσει. Έτσι άρχισα να φτιάχνω τη ζύμη και μάλιστα κάποια στιγμή “πετάχτηκα” στο σούπερ μάρκετ για να πάρω κάποιο υλικό, αφήνοντας πίσω μου ανοιχτή την πόρτα. Αμέσως μόλις γύρισα, έπιασα πάλι τη ζύμη και τότε εμφανίστηκε η κόρη μου και μου θύμισε ότι θα έπρεπε να βγούμε στα μαγαζιά. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι, το πήγα εγώ η ίδια στην οικογενειακή μας φίλη Ελένη Μουστοπούλου και της είπα: “Ελένη, πάρε εσύ αυτό το κομμάτι κι εγώ θα πάρω από τον φούρνο μαγιά για να φτιάξω άλλο ζυμάρι για μένα, το βράδυ”. Εκείνη με ευχαρίστησε κι έφυγα. Το υπόλοιπο τμήμα του ζυμαριού το πήγα στην Ειρήνη [Κληματσά], για να φτιάξει κι εκείνη ψωμί».

Εικόνα 2. Η Ελένη Μουστοπούλου στο νοσοκομείο.

Ακόμα, η Σαμπανιώτη υποστήριξε πως δεν είχε κανένα λόγο να προξενήσει βλάβη στις δύο οικογένειες, καθώς, τόσο η Μουστοπούλου όσο και η Κληματσά, της στάθηκαν σε δύσκολες στιγμές και επέμεινε ότι κάποιος άλλος έριξε το δηλητήριο στη ζύμη, την ώρα που εκείνη έλειπε από το σπίτι, αφήνοντας υπαινιγμούς για την κόρη της Ελισάβετ και κατονομάζοντας τη γειτόνισσά της, Αγάπη Κοασίδου, η οποία ωστόσο διαπιστώθηκε πως εκείνη τη μέρα βρισκόταν στην Κόρινθο.



Την επόμενη δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν η Ελένη Μουστοπούλου, η οποία δήλωσε τα εξής:


«Ήρθαμε από τη Ρωσία πριν από δέκα μήνες και εγκατασταθήκαμε στο Περιστέρι. Η Μαρία μού είχε φέρει νήμα, για να φτιάξω μπλούζα στην κόρη της. […] Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, είχε έρθει για να δει πώς πάει η μπλούζα και για να μ’ ευχαριστήσει, είπε, έφερε τη ζύμη, για να φτιάξω τηγανόψωμα για τα παιδιά. Ο γιος μου είχε καλεσμένους δύο φίλους του από τη Ρωσία, τους Σουλτάν και Γιάννη. Κατά τις τέσσερεις αρχίσαμε να τρώμε και κατά τις πέντε πέσαμε όλοι κάτω σαν κοτόπουλα».

(εφ. Ελεύθερος Τύπος, 25 Ιανουαρίου 1992).

Εικόνα 4. Ο Θεόδωρος Μουστόπουλος


Λίγη ώρα μετά τη συνέντευξη της Ελένης Μουστοπούλου, ο σύζυγός της, Θεόδωρος Μουστόπουλος, άφησε την τελευταία του πνοή στην εντατική μονάδα τού Γενικού Κρατικού. Στις 6 Μαΐου, τη μάχη με το θάνατο έχασε η Ειρήνη Κληματσά και έναν μήνα αργότερα, στις 7 Ιουνίου, ο γιος της, Αντώνης. Οι δύο ομογενείς από το Καζακστάν είχαν έρθει οικογενειακώς στην Ελλάδα λίγο καιρό πριν.





Οι Δίκες


Η πρωτοβάθμια δίκη για την υπόθεση ξεκίνησε την Τετάρτη 7 Απριλίου 1993 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα υπ’ αριθ. 4642/92 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, η Μαρία Σαμπανιώτη «στο σπίτι της στο Περιστέρι στις 18/01/1992, παρασκεύασε ποσότητα ζύμης, η οποία περιείχε παραθείο και την παρέδωσε σαν δώρο στις γειτόνισσές της Ειρήνη Κληματσά και Ελένη Μουστοπούλου. Αυτές έφτιαξαν τηγανόψωμα, ανύποπτες για το δηλητήριο. Υπέστησαν οξεία τροφική δηλητηρίαση και μεταφέρθηκαν άλλοι στο νοσοκομείο “Μεταξά” και άλλοι στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας. […] Η σύλληψη και η εκτέλεση του εγκληματικού σχεδίου από την κατηγορουμένη, η οποία χωρίς ίχνος ηθικών αναστολών “δώρισε” στην κυριολεξία τον θάνατο και οδήγησε στον αφανισμό των δύο οικογενειών, μαρτυρούν ότι πρόκειται για αδίστακτο άτομο, ιδιαίτερα επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια». Με το ίδιο βούλευμα είχαν απαλλαγεί από κάθε κατηγορία η κόρη της Σαμπανιώτη, Ελισάβετ, και η Αγάπη Κοασίδου.



Εικόνα 5. Η Ελισάβετ Σαμπανιώτη καταθέτει στο δικαστήριο.
Αμέσως μετά της έναρξη της διαδικασία η υπεράσπιση της Σαμπανιώτη ζήτησε την αναβολή της δίκης και το δικαστήριο διακόπηκε μέχρι την Τετάρτη 28 Απριλίου. Κατά την επανέναρξή της, η Μουστοπούλου κατέθεσε πως «ήθελε να μας δηλητηριάσει γιατί δεν θέλαμε την κόρη της για νύφη. Όλο δώρα μας έκανε. […] Μου έκανε εντύπωση ότι το χρώμα (του ψωμιού) ήταν μπλε και ότι φούσκωσε πάρα πολύ». Παρόμοιου περιεχομένου ήταν και οι καταθέσεις των άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Από την πλευρά της, η κόρη της Σαμπανιώτη, Ελισάβετ, κατέθεσε ότι «δεν υπήρχε ενδιαφέρον από εμάς για κανέναν γιο τής οικογένειας Κληματσά ή της οικογένειας Μουστοπούλου».
Στην απολογία της η Σαμπανιώτη υποστήριξε ότι δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τη δηλητηρίαση των γειτόνων της:

«Ο Θεός είναι από πάνω κι αν λέω ψέματα να με κάψει! Λυπάμαι για τις τρεις ψυχούλες που έφυγαν. Δεν τους το έκανα εγώ αυτό το κακό! Και με τις δύο οικογένειες είχα πάρα πολύ καλές σχέσεις. […] Τη ζύμη την είχα φτιάξει από το πρωί για να ψήσω ψωμί για την οικογένειά μου. Η κόρη μου μου ζήτησε να βγούμε για ψώνια. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι σκέφτηκα να το δώσω στην Ειρήνη Κληματσά και την Ελένη Μουστοπούλου. Στο σπίτι είχε έρθει από νωρίς η γειτόνισσά μου Αγάπη Κοασίδου. Όταν φύγαμε, κλείδωσα την πόρτα. Γύρισα και βρήκα την Αγάπη στο σπίτι. Είχε μπει από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Κρατούσε και μία νάιλον τσάντα. Μια φορά είχα πιει καφέ στο σπίτι της Αγάπης και έπαθα δηλητηρίαση. Μπορεί, όμως, να ήθελε να μας δηλητηριάσει και ο αρραβωνιαστικός της κόρης μου… Δεν τον ήθελα. Ούτε βέβαια αυτός με συμπαθούσε…».


Ο εισαγγελέας Σταύρος Μαντακιοζίδης χαρακτήρισε την κατηγορούμενη ως «νέα Φραγκογιαννού» («Η φόνισσα» τού Αλ. Παπαδιαμάντη), που «διέπεται από μητριαρχικές απόψεις και θέλει να επιβάλλεται στην οικογένειά της και το φιλικό της περιβάλλον», ενώ συμπλήρωσε: «Μετά την άρνηση των οικογενειών Μουστοπούλου και Κληματσά να συμπεθεριάσουν “έσπασε τα μούτρα” της. Τους το φύλαγε. Κι όταν της δόθηκε η ευκαιρία, χτύπησε! Την έτρωγε το σαράκι της αντεκδίκησης. Έψαξε και βρήκε φάρμακο. Το γυναικείο μυαλό δουλεύει με ανάποδες στροφές. Η γυναικεία φύση είναι περίεργη. Οι γυναίκες είναι ικανές για όλα. Ο τρόπος της ήταν ύπουλος, σατανικός, παραδοσιακός. […] Η δολιότητά της δεν περιορίζεται σε σωρεία επικλήσεων των Θείων και σταυροκοπημάτων, αλλά στο να ρίχνει υπόνοιες σε άλλους ανθρώπους. Δεν δίστασε να δημιουργήσει υπόνοιες για την ίδια της την κόρη. Μέσα στην ψυχή της έκρυβε μεγάλο μίσος. […] Προσπάθησε να εξολοθρεύσει -και το έκανε- δύο οικογένειες. Φαινομενικά μοιάζει αθώα. Αν αφεθεί ελεύθερη, όμως, θα αποτελέσει μεγαλύτερο κίνδυνο και από τον Ρωχάμη. Είναι απεχθής εγκληματίας και δολοφόνος. Η Μαρία Σαμπανιώτη είναι επικίνδυνη!»



Τη Δευτέρα 3 Μαΐου το δικαστήριο έκρινε την Σαμπανιώτη ένοχη χωρίς να της αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό και την καταδίκασε τρεις φορές σε ισόβια και επιπλέον εικοσιπέντε χρόνια κάθειρξη για τέσσερεις απόπειρες ανθρωποκτονιών με πλειοψηφία έξι εναντίων ενός, δίνοντας έτσι τη μεγαλύτερη ποινή που είχε επιδικαστεί σε γυναίκα τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Σαμπανιώτη αντέδρασε στο άκουσμα της απόφασης ζητώντας να της γίνει ο ορός της αλήθειας και λιποθυμώντας αμέσως μετά, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού.

Η επόμενη δίκη θα πραγματοποιούνταν την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 1994, αλλά αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης, Αλέξανδρου Λυκουρέζου, αλλά και προβλημάτων υγείας της κατηγορουμένης. Επαναπροσδιορίστηκε για την Τετάρτη 27 Μαρτίου 1996, οι ίδιοι λόγοι όμως συνέβαλαν σε μία ακόμα αναβολή, με αποτέλεσμα η δίκη να πραγματοποιηθεί τελικά τον Οκτώβριο του 1997, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας.

Ο Ελευθέριος Κληματσάς, σύζυγος και πατέρας των αδικοχαμένων Ειρήνη και Αντώνη Κληματσά, αντίστοιχα, κατέθεσε ότι:

«Εκείνη την ημέρα είχε έρθει η Σαμπανιώτη με την κόρη της Ελισάβετ στο σπίτι μας και έφερε ένα λεκανάκι ζύμη. Είπε στη γυναίκα μου να την πάρει για να μη χαλάσει, διότι εκείνη θα πήγαινε με το παιδί της για κάτι ψώνια. Το πρόσωπό της ήταν εγκληματικό. […] Κοίταζε το συμφέρον της για την κόρη της την Ελισάβετ. Ήθελε να αποκαταστήσει τα παιδιά της. Ήθελε τον γιο μου, τον φαντάρο, για γαμπρό […]».

Στη δική κατέθεσε και ο ιερέας των Φυλακών Κορυδαλλού, ο οποίος είχε τελέσει τις εξομολογήσεις τής κατηγορούμενης κατά τη διάρκεια τής κράτησής της και υποστήριξε ότι δεν μπορεί να φανταστεί ότι αυτή η γυναίκα έγινε η αιτία να χαθούν τόσες ανθρώπινες ζωές.

Ο εισαγγελέας Γιάννης Γαβρίλης επισήμανε ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με μία συνηθισμένη υπόθεση. […] Στην ουσία πρόκειται για επιχείρηση εξολόθρευσης των οικογενειών της Ειρήνης Κληματσά και της Ελένης Μουστοπούλου. Η Μαρία Σαμπανιώτη είναι άτομο επικίνδυνο, που έχει την ψυχική ετοιμότητα να διαπράξει και άλλα εγκλήματα στο μέλλον».

Η κατηγορούμενη συνέχισε να αρνείται τα πάντα.

Την Τετάρτη 15 Οκτωβρίου το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η Μαρία Σαμπανιώτη είναι ένοχη για τρεις ανθρωποκτονίες και τέσσερις απόπειρες δολοφονίας και δεν αλλάξαν ούτε στο ελάχιστο την αρχική ποινή τού Κακουργιοδικείου Αθηνών. Οι συγγενείς των θυμάτων έμειναν ικανοποιημένη από την απόφαση των δικαστών και των ενόρκων, ενώ η ίδια η Σαμπανιώτη επέμεινε στην αρχική της απαίτηση να υποβληθεί στον ορό τής αλήθειας.


Τον Οκτώβριο τού 1999 ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμόν 1536/99 απόφαση έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης που είχε υποβάλει ο νέος δικηγόρος τής Σαμπανιώτη, Γιώργος Παπαϊωάννου, και ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, στηριζόμενος στο γεγονός ότι η Σαμπανιώτη κατά τη διάρκεια της δίκης υποστήριξε πως την ημέρα που πρόσφερε τη δηλητηριασμένη ζύμη είχε δεχτεί επισκέψεις άλλων ατόμων, τα οποία ενδεχομένως να είχαν ρίξει το παραθείο εν αγνοία της, πράγμα όμως που δεν είχε αναφερθεί στην προανακριτική κατάθεσή της. Συνεπώς το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της, δίνοντας τη δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να αναιρέσει την τελευταία απόφαση ενοχής της. Η επανάληψη της δίκης για τον Οκτώβριο του 2000.



Η Σαμπανιώτη, ιδιαίτερα χαρούμενη με την εξέλιξη των πραγμάτων, παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» στις 7 Νοεμβρίου 1999. Εκτός των άλλων δήλωσε και τα εξής:

«Περιμένω πώς και πώς την ώρα που θα φύγω μέσα από τη φυλακή. Περιμένω πώς και πώς τη στιγμή που θα ανοίξει η πύλη αυτού του σωφρονιστικού καταστήματος, για να αφεθώ ελεύθερη και δικαιωμένη. Είμαι και θα είμαι πάντα αθώα. Ο Θεός είναι μεγάλος, μεγαλόψυχος, και πιστεύω ότι θα κάνει το θαύμα του και για μένα τη δύστυχη που δεν έβλαψα στη ζωή μου ποτέ και κανέναν. […] Όλες οι συγκρατούμενές μου πανηγυρίζουν στη φυλακή για την αναίρεση της τελεσίδικης απόφασης».

Παράλληλα συνέχισε να τονίζει ότι δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τη δηλητηριασμένη ζύμη:



«Εγώ δεν ήξερα τίποτα για το κακό. Μακάρι και να γνώριζα κάτι για να μπορούσε εξ αρχής να βοηθήσω τον εαυτό μου και να μην βρίσκομαι εδώ μέσα σ’ ένα κελί. Έκανα μία ζύμη και κάποιος θέλοντας, άγνωστο για ποιο λόγο, να με εκδικηθεί έκανε ό,τι έκανε. Όποιος έριξε το παραθείο στη ζύμη που είχα φτιάξει, το έπραξε για να προξενήσει ανεπανόρθωτο κακό στη δική μου οικογένεια. Στόχο είχαν εμένα και κανέναν άλλον από τους γείτονές μας. Εμένα, τις κόρες μου και τον άνδρα μου. Σε εμάς ήθελαν να κάνουν κακό. […] Έτσι, χωρίς εγώ να ξέρω κάτι για την εγκληματική ενέργεια, μοίρασα τη ζύμη που είχα ετοιμάσει στους γείτονές μου, όπως κατά διαστήματα το συνήθιζα. […] Μάλιστα, μία εβδομάδα νωρίτερα κάποιοι είχαν δηλητηριάσει και εμένα, αλλά στο παρά πέντε γλύτωσα, ως εκ θαύματος, βοηθούμενη από την γειτόνισσά μου, Ειρήνη Κληματσά. […] Εμένα με είχε σώσει αυτή η συγχωρεμένη γυναίκα. Ήταν πάρα πολύ φίλη μου. Είχε έρθει σπίτι μου όταν βρέθηκα δηλητηριασμένη και μου έδινε γάλα. Τότε είχαν τα δύο αγόρια της για να με πάνε στο νοσοκομείο. Όμως, δεν κατάφεραν να με κατεβάσουν από το σπίτι γιατί ήμουν πολύ χάλια -σαν πτώμα- κι έτσι φώναξαν τον οικογενειακό τους γιατρό για να με βοηθήσει με φάρμακα. […] να αγιάσουν εκεί που είναι τώρα, εκεί που βρίσκονται (η Ειρήνη Κληματσά και ο γιος της Αντώνης)».


Ακόμα και μέσα από τη φυλακή επέμενε ότι το κίνητρο που της είχαν καταλογίσει δεν είχε βάση:

«Η μεγάλη μου κόρη ήταν τότε δεκάξι δεκαεπτά ετών και ήταν ήδη αρραβωνιασμένη. Το άλλο το παιδί μου πήγαινε ακόμη στο σχολείο. Εγώ είχα όνειρα για τις κόρες μου. Ήθελα να τις σπουδάσω, όχι να τις παντρέψω. Όχι, δεν είχα όνειρα για γαμπρούς. Τι προξενιό, λοιπόν, να έκανα και με ποιον; Στόχος μου ήταν να μορφώσω τις κόρες μου, για να μπορούν να στέκονται άνετα στην κοινωνία. […] Τα όνειρα για τα κορίτσια μου πάνε δυστυχώς. Ήρθε το κακό και όλα σκορπίστηκαν, όλα ρημάξανε. […] Τα παιδιά μου με θέλουν σπίτι μας. Δεν θα ήθελαν τη μητέρα τους; Και οι δύο κόρες μου, μέρα και νύχτα, δεν ξέρουν πού βρίσκονται από τη λύπη τους, από το κακό που χτύπησε την οικογένειά μας».

Μιλώντας για τις συνθήκες διαβίωσης στη φυλακή, είπε ότι:

«Μόνον ο Θεός ξέρει πως βγάζω αυτή τη φυλακή. Τι να κάνω όμως; Ελπίζω ότι αυτή τη φορά θα δικαιωθώ. Μέσα στο κελί μου έχω οκτώ ολόκληρα χρόνια γεμάτα δάκρυα κάθε μέρα. Δεν έχω ησυχάσει εδώ μέσα ούτε μία ώρα. Κάνω υπομονή όμως. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μεγάλος. […] Είμαι μονάχη μέσα στο κελί μου. Μόνη μαζί με τις εικονίτσες μου. Αυτές με στηρίζουν, αυτές μου κρατάνε συντροφιά. […] Τις ώρες που τα κελιά είναι ανοικτά εργάζομαι όσο μπορώ περισσότερο. Δουλεύω στο ταπητουργείο της φυλακής το πρωί και τις υπόλοιπες κενές ώρες καθαρίζω και σφουγγαρίζω. Έχω, μέχρι στιγμής, 2.100 μεροκάματα. Τι να κάνω; Δεν γίνεται αλλιώς […]. [Όμως] έχω χάσει τα πάντα. Το σπιτικό μου, την υγεία μου. Υποφέρω από καρδιακή ανεπάρκεια, έχω και καρκίνο. Είμαι έρημη. Πάντως τα παιδιά μου και ο άντρας μου πιστεύουν στην αθωότητά μου».

Παρά τα λεγόμενά της, σημείωσε ότι ο σύζυγός της, Σταύρος Σαμπανιώτης, είχε κάνει αίτηση διαζυγίου. «Είχε ρωτήσει κάποιον και του είπε ότι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να βγω από τη φυλακή. Έτσι έκανε αγωγή διαζυγίου. Τι απέγινε, δεν γνωρίζω […]. Πάντως, εγώ δεν τον βλέπω εδώ και τέσσερα, ίσως και περισσότερα».


Τέλος, η Μαρία Σαμπανιώτη υποστήριξε ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων ήταν άδικες και προϊόντα πλάνης:




 «Επί καθημερινής βάσεως αναρωτιέμαι με ποια στοιχεία οι δικαστές και οι ένορκοι με έκριναν ένοχη και με καταδίκασαν σε ισόβια. Το ελάττωμά μου ίσως είναι η αγάπη μου για τον πλησίον. Ακόμη και η εμπιστοσύνη που έδειχνα προς όλους. Είναι γνωστό ότι άφηνα ξεκλείδωτη την πόρτα μου, έτσι ώστε να έχει πρόσβαση στο σπίτι μου κάθε φίλος ή εχθρός. […] Τα χέρια μου από τη στιγμή που γεννήθηκα μέχρι σήμερα είναι αθώα. Δεν πείραξαν κανέναν. Κι όμως βρίσκομαι σαν έρημο πουλί στο πουθενά. Από τότε που ήρθα σ’ αυτόν τον κόσμο και από τότε που γνώρισα τον εαυτό μου δεν θέλησα ποτέ το κακό κανενός ανθρώπου. Οι κακίες βρίσκονταν πάντα μακριά από μένα. Ο Θεός ας δικάσει αυτόν που έκανε το κακό εν αγνοία μου. […] Είμαι αθώα ψυχή. Αυτό θα το φωνάζω συνεχώς. Και αν πεθάνω και δεν έχω δικαιωθεί, η τελευταία εν ζωή επιθυμία μου θα είναι να γραφεί στο μνήμα μου πάνω ένα μεγάλο “γιατί”. Αυτό το ανεξήγητο “γιατί”. Βρίσκομαι άδικα στη φυλακή […]. Μακάρι να είχα φάει εγώ εκείνη τη ζύμη που μοίρασα στους γείτονες […]».



Την Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2000 όμως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθήνας, που επανεκδίκασε την υπόθεση, κατέρριψε όλες τις ελπίδες της και την έκρινε και πάλι ένοχη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη ποινή.

«Σας ευχαριστώ πολύ, αλλά είμαι αθώα» ήταν η αντίδρασή της στο άκουσα της απόφασης, έπειτα από την τελευταία δίκη, κατά την οποία είχε κατηγορήσει για την ύπαρξη του παραθείου μέσα στη ζύμη δύο γειτόνισσές της και τον αρραβωνιαστικό τής κόρης της, που, κατά την ίδια, την αντιπαθούσε.

Μετά την τελεσίδικη απόφαση, η Σαμπανιώτη επέστρεψε στις γυναικείες φυλακές του Ελαιώνα Θήβας, για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής της, δουλεύοντας κατά κύριο λόγο για λογαριασμό της Κοινωνικής Οργάνωσης Υποστήριξης Νέων και Αποφυλακισμένων «Άρσις».


Η Αποφυλάκιση

Τον Ιανουάριο του 2011, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο Θήβας έκανε δεκτή αίτησή της για υφ’ όρων απόλυση, λόγω της καλής συμπεριφοράς της στη φυλακή, των πολλών μεροκάματων που είχε κάνει, αλλά και της ευεργετικής διάταξης σύμφωνα με την οποία μετά το εξηκοστό πέμπτο έτος τής ηλικίας τού κρατουμένου, κάθε ημέρα κράτησης υπολογίζεται διπλή.

Έτσι, μετά από δεκαεννιά χρόνια εγκλεισμού, η Μαρία Σαμπανιώτη αποφυλακίστηκε σε ηλικία εβδομήντα πέντε χρονών και λίγες μέρες αργότερα, σε συνέντευξη[1] που παραχώρησε στην ιστοσελίδα protothema.gr και στον δημοσιογράφο Φρ. Δρακοντίδη (δημοσιεύτηκε στις 22 Μαρτίου 2011), μίλησε για την περίοδο που πέρασε στη φυλακή και για την αθωότητά της.

 
Πατήστε πάνω στην εικόνα για μεγέθυνση.

Επίλογος

Η συγκεκριμένη υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από πολλές απόψεις.

Αρχικά, αποτελεί μεταφορά στην πραγματική ζωή ενός από τα πιο χιλιοπαιγμένα κλισέ αστυνομικών ιστοριών: το δηλητήριο είναι γυναικείο όπλο. Αν η υπόθεση που παρουσιάστηκε παραπάνω ήταν προϊόν μυθοπλασίας, θα λέγαμε ότι η πρωταγωνίστρια ήταν ένας βασικός, προχειρογραμμένος χαρακτήρας μιας απλής, συνηθισμένης, όχι ιδιαίτερα έξυπνης και ελάχιστα μορφωμένης γυναίκας, που υποκινούμενη από ποταπά κίνητρα προσπάθησε να καλύψει τον φόνο που έκανε με ελάχιστη προετοιμασία και απέτυχε παταγωδώς. Η πρωταγωνίστρια όμως δεν είναι φανταστικός χαρακτήρας, η ιστορία δεν είναι μυθιστόρημα και αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος που η υπόθεσης της «Φαρμακούλας», όπως ονομάστηκε από τις εφημερίδες τής εποχής, έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Ανάμεσα στις μαζικές σφαγές, τις περίτεχνες δολοφονίες και τα φρικιαστικά εγκλήματα που έγιναν ανά τα χρόνια, η Μαρία Σαμπανιώτη και τα δηλητηριασμένα τηγανόψωμά της, χαρακτηρίστηκαν επάξια ως ένα από τα στυγερότερα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, χαρίζοντας στον εγκέφαλο της ιδέας τη μεγαλύτερη ποινή που επιδικάστηκε ποτέ σε γυναίκα, παρά το επιπόλαιο και αφελές σχέδιο.

Παράλληλα, οι συνεχείς διακηρύξεις τής αθωότητάς της, η χαρακτηριστική κραυγή της ενώ έμπαινε στο Κακουργιοδικείο Αθηνών: «Δεν είμαι φονιάρα εγώ. Δεν έχω κάνει τίποτα», η αφοσίωσής της σε μια ιστορία που δεν ευσταθούσε, ακόμα και κατά τις εξομολογήσεις της μέσα στη φυλακή, ολοκληρώνουν εξαιρετικά το προφίλ τής συγκεκριμένης δολοφόνου. Μεγάλο ενδιαφέρον είχε και η απαίτησή της προς τους δικαστές που ήταν υπεύθυνοι για την ποινή, καθώς τους ζητούσε ξανά και ξανά να της γίνει το ορό της αλήθειας, μια μέθοδος ανίχνευσης ψεύδους, η οποία χρησιμοποιήθηκε μόνο μία φορά μέχρι στιγμής στα χρονικά των ελληνικών δικαστηρίων στην υπόθεση Κράλη–Κράνη.

Περισσότερα απ’ όλα όμως η συγκεκριμένη υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του ότι μέσω αυτής παρουσιάζεται με έναν χαρακτηριστικό τρόπο το δικαστικό σύστημα της χώρας, αφού η Μαρία Σαμπανιώτη δικάστηκε μία φορά από το Κακουργιοδικείο Αθήνας, δύο από το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθήνας, κατέφυγε στον Άρειο Πάγο και τελικά παραπέμφθηκε στο Δικαστικό Συμβούλιο Θήβας.

Η προσπάθεια εξόντωσης των οικογενειών Μουστοπούλου και Κληματσά είχε εξάψει το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων τής εποχής και είχε σοκάρει την κοινή γνώμη, συνεχίζει όμως να είναι σημαντικό κομμάτι της ελληνικής δικαστική ιστορίας και μέχρι στιγμής έχει αποτελέσει τη βάση για δύο τηλεοπτικές μεταφορές στις σειρές «Ανατομία ενός Εγκλήματος» και «10η Εντολή».

Τα επεισόδια «Δηλητήριο» και «Αρραβωνιάσματα» ασχολήθηκαν με τη δολοφόνο που δεν δίστασε να κατηγορήσει το ίδιο της το παιδί για ένα στυγερό έγκλημα που η ίδια έκανε ή με μια γυναίκα που πέρασε είκοσι χρόνια από τη ζωή της διακηρύσσοντας την αθωότητά της για μια τρομακτική πράξη για την οποία την κατηγορούσαν άδικα οι πάντες. Το αν προσποιήθηκε στο δικαστήριο ότι «ξέχασε» πως θα πήγαινε για ψώνια με την Ελισάβετ ή αν όντως κάποιος μπήκε στο σπίτι της και την παγίδευσε σε αυτόν τον εφιάλτη, δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Άκουσε τη νέα εκπομπή μας, "WTF φόνοι ανά τον κόσμο" και συντονίσου για τις επόμενες.


Βιβλιογραφία


·  Ελληνίδες φόνισσες: Έριξα παραθείο στα μακαρόνια της μάνας μου, www.24wro.com.gr
·  Ο «ορός της αλήθειας» και οι μέθοδοι ανίχνευσης ψεύδους, www.kathimerini.gr
·  Η γυναίκα που δηλητηρίασε επτά ανθρώπους με τηγανόψωμα, επειδή αρνήθηκαν το προξενιό με τις κόρες της, www.mixanitouxronou.gr
·  Η «φαρμακούλα» με τα τηγανόψωμα και οι γυναίκες-δηλητηριάστριες, Γιάννης Ράγκου, www.eglima.wordpress.com
·  Τι κάνει σήμερα η Μαρία Σαμπανιώτη,www.newsbeast.gr
·  Ελεύθερη πλέον η "Φαρμακούλα", www.espressonews.gr


[1] Η συνέντευξη της Μαρίας Σαμπανιώτη στο protothema.gr:
www.protothema.gr/greece/article/112597

Αν η ιστορία που διάβασες σε ένεπνευσε να γράψει κάτι, στειλ΄ το μας στο moonlightales@gmail.com κι εμείς θα το δημοσιεύσουμε. 


Εύη Φρυγανά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου