Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

27 Ιουλ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 22)


Ξύπνησε ανήσυχος και κοίταξε το ρολόι. Σχεδόν ένα χρόνο με τον ίδιο εφιάλτη κάθε βράδυ, είχε περιορίσει τις αντιδράσεις του σε περιορισμένη εφίδρωση και μερικούς σπασμούς πριν ξυπνήσει. Τον πρώτο καιρό πεταγόταν κι έπεφτε απ’ το κρεβάτι, στην προσπάθεια να ξεφύγει από την τρομακτική μορφή μπροστά του. Δεν είχε φωτίσει ακόμα καλά και το σπίτι ήταν γεμάτο απαλές σκιές. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι έτριψε τα μάτια του. Είχε ακόμα χρόνο μπροστά του, αφού το ξυπνητήρι δεν είχε χτυπήσει, αλλά ούτε και νύσταζε. Κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο, έπρεπε επειγόντως να συμμαζέψει, και κάθε παρατημένο αντικείμενο, κάθε ασυμμάζευτο σημείο, πατούσε το κουμπί της στάσης στο λεωφορείο της χρονιάς που πέρασε.
Οι ντάνες των βιβλίων πάνω στο γραφείο, ενδείξεις των τελευταίων δύσκολων, γεμάτων πολύωρη μελέτη εξεταστικών. Μέχρι να συνέρθει από το σοκ και την κατάθλιψη, είχε χάσει την εξεταστική του χειμώνα και ζορίστηκε αρκετά για  να μπορέσει να καλύψει το χαμένο χρόνο. Φυσικά, εκτός της τεχνολογίας υλικών που συνέπιπτε με άλλο μάθημα, τα έδωσε και τα πέρασε όλα, αλλά χρειάστηκε να ξενυχτήσει αρκετά βράδια και τον Ιούνη και το Σεπτέμβρη.
Κρεμασμένες πίσω απ’ την πόρτα οι φόρμες του συνεργείου, πότιζαν το δωμάτιο μυρωδιά βενζίνης και λαδιού. Η μάνα του, που πλέον φοβόταν να τον αφήσει πολύ καιρό μόνο του κι ερχόταν τακτικά, γκρίνιαζε, μα του Παύλου του άρεσε αυτή η μυρωδιά. Είχε καταλήξει να δουλεύει στο συνεργείο του κυρίου Αλέξανδρου, ή κυρ-Αλέκου όπως τον φώναζαν όλοι, μετά από κάποιους μήνες στον ΟΠΑΠ κάθε Σαββατοκύριακο και κάποιες βάρδιες σε πρατήριο νύχτα, ή και συνδυασμός και των δύο ανάλογα τις αντοχές. Δεν είχε φύγει το καλοκαίρι από την Αθήνα για να δουλέψει. Τα χρήματα που ο πατέρας του έστελνε είχαν μειωθεί σημαντικά, λόγω αντίστοιχης αναδουλειάς στο μαγαζί, και δεν το άντεχε να μην έχει τα ελάχιστα για τις ανάγκες που θεωρούσε αυτός ανελαστικές, βιβλία, ξένη γλώσσα, περιοδικά επιστημονικά και αυτοκινήτου και μετακινήσεις. Είχε αγοράσει λίγο καιρό πριν ένα παπί Χόντα, σε άθλια κατάσταση, αλλά κατάφερε να το συμμαζέψει και τώρα κυκλοφορούσε απροβλημάτιστα. Βέβαια, δεν είχε σκεφτεί ακόμα τι θα το έκανε όταν θα ‘ρχόταν επίσκεψη η κυρά Νίνα, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να το πει στους γονείς του ότι πήρε μηχανάκι.
Σηκώθηκε και πήγε στην κουζινούλα να φτιάξει καφέ. Όσο ζεσταινόταν το νερό στο μπρίκι, έφτιαξε κι ένα σάντουιτς. Μετά τις περιπέτειες του περασμένου καλοκαιριού, είχε βάλει πρόγραμμα στα γεύματά του. Είχε αποκαταστήσει εντελώς το σώμα του, ή τουλάχιστον έτσι πίστευε, αν και ο Κοσμάς τον είχε πιέσει κάποιες στιγμές για πιο πολλά βάρη και φυσική κατάσταση. Τέλος πάντων, ο Παύλος πίστευε ότι το σώμα του ήταν μια χαρά.
Εκείνη την ημέρα, σκεφτόταν καθώς χτυπούσε το νες με το κουταλάκι, έπρεπε να πάει στο μνημόσυνο, και αν και Κυριακή, μετά να πάει στου κυρ Αλέκου! Το ένα μεγάλο πλεονέκτημα με τη δουλειά εκεί, ήταν αυτά τα έκτακτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις πληρωνόταν την ώρα, σχεδόν όσο ένα εξάωρο γεμάτο βαρετές αλλαγές λαδιών και βάλε βγάλε τροχούς και τακάκια, που έκανε τρία με τέσσερα απογεύματα των καθημερινών. Βέβαια δεν υπήρχε ωράριο, ούτε και πρόγραμμα στα έκτακτα. Τον είχαν πάρει τηλέφωνο και Σαββάτο βράδυ, μετά τις δώδεκα. Ήταν σίγουρος ότι αυτό που έκαναν δεν ήταν ακριβώς νόμιμο, αλλά τα λεφτά ήταν καλά, πολύ καλά, και όπως του είχε πει ο κυρ Αλέκος, αν δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν, «μη σκιάζεσαι πράμα». Το άλλο μεγάλο πλεονέκτημα ήταν τα σπάνια αυτοκίνητα που έμπαιναν κατά διαστήματα στο συνεργείο και διέγειραν την φαντασία του Παύλου. Εκεί είδε για πρώτη φορά από κοντά Porsche και BMWM3, άγγιξε με τα χέρια του Ferrari και Lotus, και κάθισε μέσα σε Caterham. Δεν αισθάνονταν βέβαια περήφανος για το γεγονός ότι αυτά τα οχήματα δεν είχαν πάντα την καλύτερη δυνατή κατάληξη, αλλά ήταν πρακτικός άνθρωπος και η πρακτική έλεγε ότι χρειαζόταν τα χρήματα. Είχε ήδη βάλει τον επόμενο στόχο του, που ήταν η αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.
Έφαγε το σάντουιτς και πήρε τον καφέ στο μπάνιο για να πλυθεί. Ξανακοίταξε το ρολόι. Τώρα τελευταία, του είχε γίνει έμμονη ιδέα η ανάγκη να ξέρει κάθε στιγμή ακριβώς τι ώρα είναι. Κοιτούσε το ρολόι του κάθε δύο λεπτά κι ένιωθε γυμνός χωρίς αυτό. Διαπίστωσε όμως με το συγκεκριμένο βλέμμα, ότι έχει χρόνο να κάνει τη σημερινή του προπόνηση πριν το μνημόσυνο, ώστε να μην τραβιέται το βράδυ μετά τη δουλειά. Άσε που δεν ήξερε και σίγουρα αν, και τι ώρα, θα σχολούσε το βράδυ.
Έβαλε αθλητικά και φόρμες και πήγε τρέχοντας μέχρι την αίθουσα του Κοσμά στην παρακάτω γωνία. Ξεκίνησε, όπως κάθε μέρα με έξι χιλιόμετρα τρέξιμο στο διάδρομο, μετά έλξεις, κάμψεις, κοιλιακούς, σε νούμερα που ούτε του περνούσε απ’ το μυαλό πως θα μπορούσε να κάνει όταν είχε πρωτομπεί στο χώρο του Κοσμά, και μετά ασκήσεις, κινήσεις, γροθιές και κλωτσιές στο σάκο και μια ξύλινη κατασκευή που είχε φτιάξει ο Κοσμάς για να εξασκείται.
Όσο έτρεχε, έφερνε στο νου του τα λόγια του «Ποτέ με νεύρα. Πάντα ψύχραιμος. Ποτέ βιαστικός. Πάντα γρήγορος. Το πρώτο χτύπημα το αποφεύγεις, το μετράς σαν νούμερο ένα! Το δεύτερο το προλαβαίνεις, το μετράς πάνω στον άλλο!» Θυμήθηκε τις ιστορίες που του ‘λεγε απ’ όταν δούλευε ασφάλεια σε διάφορα σημαντικά πρόσωπα, πότε ανθρώπους του υποκόσμου και πότε κυριλέ λεφτάδες, που ήταν τελικά χειρότεροι από τους πρώτους. «Τα λεφτά δεν είναι αυτοσκοπός, μην το ξεχάσεις ποτέ! Είναι μέσο, για να πετύχεις έναν ανώτερο σκοπό. Ένα σκοπό, ή και περισσότερους, αντάξιούς σου.» Όταν του τα έλεγε αυτά, είχαν πάει βόλτα στο Μαραθώνα για να προπονηθούν και να τρέξουν λιγάκι κι έξω από το ισόγειο στο Γουδί. Σταμάτησε ο Κοσμάς τότε να τρέχει στο χωματόδρομο, έξω από ένα κοτέτσι, έβγαλε από το τσαντάκι στη μέση του κάμποσα χαρτονομίσματα και τα έριξε στις κότες «Βλέπεις; Ούτε οι κότες δεν τα τρώνε!» είπε θριαμβευτικά στον Παύλο.
Του έλεγε και για την Ινδία. Για το πώς γνώρισε τον Φααρόκ και μετά τον πατέρα του, τον Σαμπάλ. Πως του έμαθαν να χρησιμοποιεί το σώμα του και να ελέγχει τη δύναμή του. Πώς να ελέγχει τις σκέψεις του και να χρησιμοποιεί τα συναισθήματα των άλλων. Πώς να κάνει το σώμα του να ακολουθεί το μυαλό του κι όχι το μυαλό του να σέρνεται πίσω απ’ το σώμα του. Πόσο εντύπωση του είχε κάνει η θέλησή του Παύλου και η επιμονή του για μάθηση, όταν είχαν πρωτογνωριστεί.
Ο Παύλος θυμόταν τον Σαμπάλ στο όνειρο που έβλεπε σχεδόν κάθε βράδυ, αλλά δυσκολευόταν να φέρει συνειδητά τη μορφή του στη μνήμη του. Είχε πολλές φορές ρωτήσει τον Κοσμά τι έγινε εκείνες τις δύο μέρες που, όπως έλεγε η μάνα του, ο ινδός έμεινε μόνος στο δωμάτιο μαζί του. Ο Κοσμάς του απαντούσε πάντα με γρίφους του στυλ «Έβαλε μέσα σου το φόβο του θανάτου»,  «σου έγραψε στο μυαλό με κεφαλαία γράμματα την αγάπη»,  «μίλησε στην ψυχή σου, που αντίθετα με το σώμα σου, άκουγε ακόμα» ή και «σ’ έβαλε να δεις ποιους αφήνεις πίσω σου». Από κάποια στιγμή και μετά δεν ήθελε πλέον να επιμένει άλλο και αρκέστηκε στο ότι τον έσωσε από μάλλον σίγουρο θάνατο. Χρόνια μετά, θα μάθαινε ότι ο Σαμπάλ ξεπλήρωνε τότε στον Κοσμά ένα βαρύ χρέος. Ίσως το βαρύτερο της παράδοσής της αρχαίας φυλής του. Τη ζωή του γιού του!
Μετά από σχεδόν δυο ώρες, διερωτώμενος για πόσο καιρό ακόμα θα μπορούσε να προπονείται εκεί,  αποφάσισε και γύρισε σπίτι. Άκουσε από τη σκάλα το τηλέφωνό του να χτυπάει. Έτρεξε και το πρόλαβε. Ήταν ο Αντώνης «Έλα ρε! Τι γίνεται; Πρέπει να σε πάρω χαράματα για να σε πετύχω σπίτι;»
«Εεεε…»
«Τρεις μήνες στην Αθήνα και βρεθήκαμε μια φορά μόνο! Όταν ήμουνα Τρίκαλα βρισκόμασταν συχνότερα!»
«Αφού ξέρεις ότι δουλεύω κιόλας …»
«Ναι ρε, δουλεύεις τον κόσμο όλο κι εμένα μαζί!»
«Γιατί ρε Αντώνη το λες αυτό;»
«Αν θυμάμαι καλά, εγώ ήθελα να δηλώσω πρώτη Θεσσαλλλλλονίκη, αλλά άκουσα ένα κολλητό που είχα και ήρθα τελικά στην Αθήνα. Και μου λες πως δε με δουλεύεις;»
«Εντάξει έχεις δίκιο! Ευχαριστήθηκες τώρα;»
«Όχι, δεν ευχαριστήθηκα, θέλω να σε δω. Σήμερα!»
«Αφού ξέρεις, σήμερα είναι το μνημόσυνο!»
«Το μνημόσυνο είναι το πρωί, κι εγώ τώρα γύρισα σπίτι … από χθες το βράδυ! Θα τα πούμε το απόγευμα.»
«Δουλεύω το μεσημέρι. Δεν ξέρω τι ώρα θα τελειώσω!»
«Αν θες να σου ξαναμιλήσω, θα με πάρεις όταν σχολάσεις. Θα ‘μαι σπίτι!» και του έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει ν’ απαντήσει.
Είχε κι εκείνος τα δίκια του. Ο Παύλος είχε παραφορτώσει το πρόγραμμά του και πρακτικά δεν προλάβαινε τίποτα άλλο εκτός από το πολυτεχνείο, την προπόνηση, την δουλειά και τα ρώσικα που είχε ξεκινήσει να μαθαίνει. Ευελπιστούσε πως θα μπορούσε να αφιερώσει για σκοπούς αναψυχής, το χρόνο που θα κέρδιζε από τις μετακινήσεις του με το παπί. Κι ήταν σημαντικός αυτός ο χρόνος γιατί το συνεργείο του κυρ Αλέκου ήταν στο Αιγάλεω και τα Ρώσικα στη Νέα Σμύρνη.
Μισή ώρα αργότερα ανέβαινε στο μηχανάκι για να προλάβει το μνημόσυνο. Έφτασε στην εκκλησία και μπήκε βιαστικά μέσα τουρτουρίζοντας απ’ το κρύο. Ο καιρός δεν αστειεύονταν πλέον κι αυτός έκανε τον έξυπνο κυκλοφορώντας πάνω στο μηχανάκι αμέσως μετά το μπάνιο. Λίγοι συγγενείς, έτσι κι αλλιώς ο Παύλος δεν είχε γνωρίσει κανέναν πριν την κηδεία, και πολλοί ηλικιωμένοι. Αυτό δεν θα ήταν περίεργο, μια εκκλησία με πολλούς παππούδες και γιαγιάδες, αλλά όλοι φαινόταν να είναι εκεί για το μνημόσυνο. Δεν έδωσε συνέχεια στις αφαιρετικές σκέψεις του και άρχισε να λέει από μέσα του όσες ευχές θυμόταν από την εποχή που βοηθούσε στην εκκλησία της ενορίας, πότε στο ψαλτήρι και πότε στο ιερό. Υποσυνείδητα, ο χώρος έπρεπε να συνοδεύεται με προσευχή. Δεν ήταν πια σίγουρος για το τι ακριβώς πίστευε, μα εκκλησία σήμαινε προσευχή κι αυτό τον ηρεμούσε.
Κοίταξε τη φωτογραφία του Κοσμά δίπλα στα κόλλυβα. Μα καλά δε μπορούσαν να διαλέξουν μια καλύτερη φωτογραφία; Εντάξει, ποτέ δε θα τον έλεγες κι ομορφάντρα, αλλά θα μπορούσαν μα βρουν μια καλύτερη! Την ίδια στιγμή διαπίστωσε πόσο ψυχρά αντιμετώπιζε το θάνατο ενός ανθρώπου που γνώρισε τόσο καλά! Που έκανε τόσα πολλά γι’ αυτόν χωρίς κανένα όφελος! Δεν ήταν όμως αυτός, ο ίδιος άνθρωπος που τον συμφιλίωσε με την ιδέα του θανάτου; Από τα προηγούμενα Χριστούγεννα, όταν του αποκάλυψε την αρρώστια του και τον επερχόμενο θάνατο, πέρα από ότι αύξησαν πολύ τις ώρες των προπονήσεων, λες κι ήθελε να προλάβει να «βγάλει την ύλη», ο Κοσμάς δεν είχε σταματήσει να του μιλάει για την «άλλη πλευρά». Μιλούσε με το ιδιαίτερο και απλό του ύφος, λέγοντας πως εφόσον κανείς δεν ξέρει τίποτα στα σίγουρα, οι πιθανότητες για μετά το θάνατο « … είναι ένα τρίτο να είναι χειρότερα. Να ξαναγεννηθείς ας πούμε γουρούνι σε σφαγείο, ή και να πας στην κόλαση και να βράζεις στα καζάνια, ή ακόμα χειρότερα να μετεμψυχωθείς σε γυναίκα στη Νιγηρία! Άλλο ένα τρίτο να είναι καλύτερα. Να πας σε κάποιο παράδεισο ας πούμε, ή να επανέλθεις ο Αλί Μπαμπάς του παραμυθιού. Να είσαι αητός στα ψηλά βουνά ή δελφίνι στους απέραντους ωκεανούς. Κι άλλο ένα τρίτο να μην είσαι τίποτα. Απλά να τελειώνεις. Να σβήνεις, να διαγράφεσαι. Να χάνεσαι ρε παιδί μου. Ότι πρόλαβες, πρόλαβες! Εγώ ελπίζω ότι τα καλύτερα έρχονται και σκέφτομαι θετικά για όταν πεθάνω. Παιδιά σκυλιά δεν έχω ν’ αφήσω πίσω απροστάτευτα, τη συνείδησή μου καθαρή, φιλιωμένος με τον εαυτό μου, κοιμάμαι ήσυχα τα βράδια … οπότε δεν αγχώνομαι!»

Με το τέλος της τελετής τον πλησίασε ένας από τους παππούδες «Ο κύριος Βασιλείου; Παύλος Βασιλείου;»


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου