Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

22 Ιουλ 2017

2 Κατακτώντας την αγάπη (Κεφάλαιο 21)

Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1987

Ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ, υπολοχαγός του Ελληνικού στρατού, καθόταν στο γραφείο του. Ήταν μεσημέρι και, αν και είχε τελειώσει η υπηρεσία του, δεν είχε φύγει ακόμα από το στρατόπεδο. Κρατούσε στο χέρι του έναν σφραγισμένο φάκελο καφέ χρώματος και τον κοιτούσε έντονα. Η ανάγκη του να τον ανοίξει, να πάρει επιτέλους τις απαντήσεις που ζητούσε, σχεδόν τον έκαιγε. Όμως, ακόμα περισσότερο, τον έκαιγε ο φόβος για τα όσα πιθανόν να ανακάλυπτε ανοίγοντας τον. Θα μπορούσε να διαχειριστεί τις απαντήσεις που βρίσκονταν πια στα χέρια του;

Ανέκαθεν υπήρξε άνθρωπος ελεύθερος. Η δέσμευση κάθε τύπου τον απωθούσε, θαρρείς τον τρόμαζε. Ο στρατός υπήρξε γι’ αυτόν μονόδρομος, μια δέσμευση ανάγκης την οποία δέχθηκε γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Αποδέχθηκε το γεγονός πως έπρεπε να μπει στο στρατό και στην πορεία, η ασφάλεια που του πρόσφερε αυτή η δουλειά, έγινε μια μορφή ανεξαρτησίας. Ο ικανοποιητικός μισθός, οι δυνατότητες ανέλιξης και η νεαρή ηλικία αποστράτευσης του έδωσαν όλα τα κίνητρα που χρειαζόταν για να παραβλέψει το ότι έπρεπε να βαράει προσοχή.
Όλα μπορούσε να παραδεχτεί ότι έβαιναν καλώς. Η ζωή του ακολουθούσε σταθερούς ρυθμούς, είχε μια άνετη ζωή και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να καλοπερνάει. Μέχρι τον Απρίλιο του 1984, τότε που μετατέθηκε στη μονάδα τους ο μετέπειτα φίλος του Χαράλαμπος Κυριακίδης, δεν μπορούσε επ’ ουδενί λόγω να φανταστεί τον εαυτό του δέσμιο με κανέναν τρόπο. Εκείνη η μετάθεση όμως, εκτός από έναν καλό φίλο, του έφερε το χειρότερο είδος ψυχολογικής δέσμευσης. Της δέσμευσης εκείνης που σου δημιουργεί ο απαγορευμένος, ο ανεκπλήρωτος έρωτας.
Δεν θυμόταν τι μέρα ήταν τότε που την αντίκρισε για πρώτη φορά. Αν έξω έβρεχε ή είχε καλό καιρό. Αν ήταν πρωί ή απόγευμα. Θυμόταν μόνο το πρόσωπο της. Εκείνο το γαλήνιο βλέμμα που όμως πρόδιδε μια γυναίκα έξυπνη. Η απόλυτη ηρεμία και η αξιοπρέπεια που την χαρακτήριζε όποτε συνόδευε τον σύζυγο της. Η τρυφερότητα που έδειχνε στο μονάκριβο σπλάχνο της. Όλα δημιουργούσαν μια εικόνα τόσο πολύτιμη και ερωτεύσιμη. Κι ο Κωνσταντίνος την ερωτεύθηκε από εκείνη την πρώτη στιγμή.
Είχαν ήδη περάσει πάνω από τρία χρόνια. Τρία χρόνια που τον κρατούσαν δέσμιο της ομορφιάς της. Τρία χρόνια που, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να ελπίζει για τίποτα, δεν άφηνε τον εαυτό του να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Λες και είχε καταδικάσει ο ίδιος τον εαυτό του στον αιώνιο πόνο που συνοδεύει τον άνδρα που αγαπά γυναίκα άλλου. Κι αυτός ο άλλος ήταν από τους καλύτερους φίλους του και ανώτερος του στο σώμα. Πόσο πιο άτυχος θα μπορούσε να είχε σταθεί;
Νόμιζε ότι η ένδεια στην οποία είχε καταδικάσει τον εαυτό του είχε αγγίξει το μέγιστο όταν, ένα απόγευμα πριν λίγες εβδομάδες, αντίκρισε ότι χειρότερο θα μπορούσε να φανταστεί. Σε έναν από τους, συχνούς πια, απογευματινούς, μοναχικούς του περιπάτους, είδε σε ένα στενό τον Νικήτα Καλαϊτζή να αποχαιρετά μία γυναίκα με ένα πεταχτό φιλί στα χείλη κι εκείνη να κοιτάζει έντρομη γύρω μην τυχόν τους είχε δει κανείς. Παραφύλαξε, ορμώμενος από περιέργεια να δει ποια ήταν η γυναίκα. Βλέποντας το πρόσωπο της λίγα δευτερόλεπτα αργότερα πάγωσε. Η καρδιά του λες και σταμάτησε να χτυπά. Η οργή ξεχείλιζε από μέσα του, αλλά έμενε εκεί κρυμμένος μέχρι να βεβαιωθεί ότι τα μάτια του δεν τον γελούσαν.
Μόλις λίγα μέτρα πιο μπροστά από το σημείο που κρυβόταν, περνούσε με βήμα ταχύ εκείνη η γυναίκα. Είχε πια σχεδόν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Προσπάθησε να την δει καλύτερα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, αλλά δεν τα κατάφερε. Διατηρούσε υποψίες πως το μυαλό του τού σκάρωνε παιχνίδια. Ένας ερωτευμένος άνδρας, άλλωστε, βλέπει παντού το αντικείμενο του πόθου του. Γιατί να μην συνέβαινε και τώρα κάτι ανάλογο; Αυτό ήταν! Νόμισε πως την είδε, αλλά δεν ήταν εκείνη. Δεν μπορεί να ήταν εκείνη...
Το επόμενο κιόλας πρωί, αφού τηλεφώνησε ότι κάτι του έτυχε και θα καθυστερήσει να πάει στο στρατόπεδο, επισκέφθηκε το γραφείο ενός ιδιωτικού αστυνομικού. Οι αμφιβολίες για τα όσα είχε δει τον έζωναν σαν φίδια και δεν τον άφηναν να ηρεμήσει. Είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα σκεπτόμενος το περιστατικό και, όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι έκανε λάθος, μια φωνή μέσα του έλεγε να το ψάξει. «Καλύτερα να βεβαιωθώ για τα όσα είδα...» σκεφτόταν συνεχώς. Κι έτσι ανέθεσε στον ντέτεκτιβ την περαιτέρω παρακολούθηση της υπόθεσης. Μέχρι να βεβαιωθεί δεν θα έκανε τίποτα. Μετά όμως...
Έτσι έφτασε να κρατάει στα χέρια του τον φάκελο. Μέσα σε αυτόν τον φάκελο θα έβρισκε φωτογραφίες εκείνης που συναντούσε ο Νικήτας εκτός υπηρεσίας. Δεν τον ένοιαζε αν ο Νικήτας είχε φιλενάδα, αρκεί να μην ήταν εκείνη... Ναι, ίσως θα προτιμούσε να του έδειχνε περισσότερη εμπιστοσύνη ο Νικήτας. Φίλοι ήταν, άλλωστε, και μάλιστα κολλητοί εδώ και αρκετά χρόνια. Τα προσωπικά του θα μπορούσε να του τα είχε εμπιστευθεί. Εκτός και αν...
Ούτε εκείνος είχε εμπιστευθεί τον Νικήτα. Πώς μπορούσε να παραδεχθεί στον οποιονδήποτε ότι ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα του Χαράλαμπου; Ντρεπόταν και μόνο που το παραδεχόταν στον ίδιο του τον εαυτό του. Πώς να μοιραστεί ένα τέτοιο μυστικό, όσο κι αν τον βασάνιζε; Κι αν με τον Νικήτα είχαν περισσότερα κοινά από όσα γνώριζαν; Αν τους ένωνε ο πόθος για την ίδια γυναίκα; Αυτό δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί μία τέτοια κατάσταση. Ή που ο Νικήτας δεν θα το παραδεχόταν, ή θα πιάνονταν στα χέρια. Μετά από τόσα χρόνια να τσακωθούν; Και μάλιστα για μία γυναίκα; Όχι μια οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά τη γυναίκα του φίλου τους του Χαράλαμπου.
«Μπούρδες!» μονολόγησε. «Αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά!» Έψαχνε να βρει τη δύναμη, το σθένος, να ανοίξει επιτέλους τον φάκελο. Αναπολούσε τα χρόνια της φιλίας τους με τον Νικήτα, τα ξενύχτια που έκαναν κάποτε μαζί. Τους τελευταίους μήνες είχαν απομακρυνθεί. Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Κωνσταντίνος δεν γνώριζε τον λόγο. Τώρα όμως ήταν σίγουρος ότι εκείνη η γυναίκα ήταν η αιτία. Ο Νικήτας είχε συνάψει σχέση μαζί της και είχε παραμελήσει τον φίλο του. Ποια ήταν άραγε αυτή, που για χάρη της ο Νικήτας ξέχασε ακόμα και τους φίλους του;
Πολλά τα ερωτήματα. Από τη μία θύμωνε που ο Νικήτας τον είχε κάνει πέρα. Από την άλλη, στη σκέψη και μόνο ότι ο Νικήτας είχε κατακτήσει τη γυναίκα που και ο ίδιος επιθυμούσε, θόλωνε. Δεν ήξερε τι από όλα ήταν χειρότερο. Ότι έχανε τον φίλο του; Ότι ο φίλος του πιθανώς του είχε φάει τη γυναίκα; Ή ότι ο ίδιος δεν προσπάθησε ποτέ να την κατακτήσει, μένοντας πιστός στην φιλία του με τον Χαράλαμπο και στις ηθικές προσταγές της κοινωνίας, χωρίς να συμμερίζεται τίποτα από τα δύο;
Πήρε τον χαρτοκόπτη που στόλιζε το γραφείο του. Τον περιεργάστηκε λίγα λεπτά, κοιτάζοντας το περίτεχνο σκάλισμα στην άκρη της λαβής του. Ήταν ένα φίδι που τυλιγόταν στην λαβή ενός ξίφους. Με αργές, προσεκτικές κινήσεις έκοψε την κολλημένη άκρη του καφέ φακέλου. Τοποθέτησε τον χαρτοκόπτη ξανά στην βάση του και πήρε μία βαθιά ανάσα πρωτού βγάλει το περιεχόμενο του φακέλου.
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, σε μέγεθος Α4, απλώνονταν σαν καμβάς επάνω στο γραφείο του Κωνσταντίνου. Τις κοιτούσε ξανά και ξανά, όλες, μία προς μία. Το χειρότερο σενάριο είχε μόλις επαληθευτεί μπροστά στα μάτια του. Στις φωτογραφίες γινόταν ξεκάθαρη η σχέση του Νικήτα με την Δέσποινα, την γυναίκα του Χαράλαμπου. Τη γυναίκα που και ο ίδιος κρυφά ποθούσε όλα αυτά τα χρόνια.
Βλέποντας τον κάποιος, μαρμαρωμένος καθώς έστεκε κουνώντας μόνο τις κόρες των ματιών του από το ένα τεκμήριο στο άλλο, θα έλεγες ότι τρελάθηκε. Ότι αντίκρισε τον τόπο ενός εγκλήματος κι από το σοκ έχανε το μυαλό του. Κι όμως, σαν έγκλημα φάνταζε όλο αυτό μπροστά στα μάτια του. Ήταν έγκλημα να πρέπει να παραδεχτεί ότι, η γυναίκα που είχε θεοποιήσει στα μάτια του, μόνο θεά δεν ήταν παρά μόνο μία κοινή. Ήταν έγκλημα να νιώθει πως, έστω κι αν έπρεπε να περιορίσει τις καταγεγραμμένες αρετές της, δεν έκανε ο ίδιος ούτε μία προσπάθεια για να την κατακτήσει. Ας την είχε εκείνος κι ας ήταν μία κοινή. Τι κατάλαβε που τόσο καιρό την σεβόταν κι εκείνη και το γάμο της; Την χαιρόταν άλλος! Και τελικά, αυτό ήταν που τον τρέλαινε περισσότερο από όλα...
Το μυαλό του ούρλιαζε. Έβλεπε με την φαντασία του τον Νικήτα να κατακτά κάθε σημείο της Δέσποινας κι ένιωθε σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί. «Θα τον σκοτώσω!» ούρλιαξε και με μία κίνηση γκρέμισε όλα όσα βρίσκονταν επάνω στο γραφείο του. Οι φωτογραφίες βρέθηκαν διάσπαρτες στο πάτωμα. Το έγκλημα βρισκόταν απλωμένο παντού στο κρύο, μαρμάρινο πάτωμα ακριβώς την στιγμή που, ακούγοντας τις φωνές, έμπαινε με φόρα στο δωμάτιο ένας από τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Ανοίγοντας η πόρτα, ο Κωνσταντίνος Μιχαήλ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Χαράλαμπο Κυριακίδη!

Αλεξία Λαμπροπούλου 

2 σχόλια:

  1. Πωπω τι φοβερές ανατροπές! Κινούσε πάθη η Δεσποινιώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άθελα της πάντα, ναι! Κι αυτά τα πάθη υπήρξαν ο λόγος και η αφορμή για όλα τα κακώς κείμενα που ακολούθησαν και θα τα δούμε να ξεδιπλώνονται και να παρουσιάζονται στα επόμενα κεφάλαια. Έχουμε αισίως μπει στην τελική ευθεία για την κορύφωση της ιστορίας και την λύση της!

    ΑπάντησηΔιαγραφή