Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα. Όπως επίσης, συχνές κληρώσεις βιβλίων, συγγραφικά tips, διαγωνισμούς ιστοριών και πολλά άλλα, τόσο εδώ, όσο και στην ομάδα μας στο facebook: "MoonlightTales: e-library".

Το όνομά μας έχει γίνει με τον καιρό αναγνωρίσιμο στους εκδοτικούς κύκλους και πλέον έχουμε το δικαίωμα να είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από το blog μας έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε το διάβασμα και τρέφεστε με φαντασία περιηγηθείτε στο blog μας, διαβάστε τις ιστορίες μας και στηρίξτε τους συγγραφείς μας λέγοντάς τους τη γνώμη σας για τις δημιουργίες τους.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

18 Ιουλ 2017

0 Υπάρχουν ακόμα συναισθήματα; (Κεφάλαιο 21)

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι στο πατρικό του. Δεν ήθελε να φάει ή να πιει τίποτα. Δεν ήθελε γενικά να κάνει τίποτα. Απολύτως τίποτα! Τον τάιζε με το ζόρι η μάνα του που ξενυχτούσε στο μαξιλάρι του, όπως όταν μικρός περνούσε τις παιδικές αρρώστιες με υψηλό πυρετό. Κοιτούσε το άσπρο ταβάνι κι έφερνε την εικόνα της Έρσης στο μυαλό του, τη γλυκιά φωνή της, τη γεύση των χειλιών της, τη μυρωδιά των μαλλιών της. Την έφερνε δίπλα του, να του μιλάει και να του χαμογελά, να του κρατά το χέρι και η ανάσα της να του γαργαλάει το αυτί. Έτσι πέρασε μια μέρα. Μετά ακόμα μία. Ζούσε απ’ αυτό και μόνο. Την ανάμνηση μιας ώρας. Πέρασε και μια εβδομάδα. Μετά ακόμα μία. Ένας μήνας. Χόρευαν σε τρελούς ρυθμούς οι ώρες και οι μέρες, κι ο χρόνος έτρεχε κι ακουγόταν λαχανιασμένος στα, κατά τα άλλα, κουφά αφτιά του. Ήρθε το φθινόπωρο. Κι όπως έπεφταν τα φύλλα από τα δέντρα και ξεθώριαζαν τα χρώματα της φύσης, ξεθώριαζε και η ανάμνηση από το μυαλό του, ώσπου έμεινε μόνο το κενό, ο πόνος και η αίσθηση της απώλειας. Έπεφτε και χανόταν σε μια όλο και πιο βαθιά πνευματική και συναισθηματική νάρκη. Όλα γύρω του ήταν θολά και αβέβαια. Οι φωνές μπερδεμένες σαν φάλτσα χορωδία. Δεν είχε διαφορά αν ήταν ξύπνιος, ή αν κοιμόταν. Άρχισε να πιστεύει ότι ίσως τελικά να τα κατάφερνε και να πήγαινε μαζί της στον άλλο κόσμο. Να την συναντούσε εκεί, ή τουλάχιστον να ξανάβρισκε την ανάμνησή της.
Δεν ένιωθε ούτε αντιδρούσε σε τίποτα. Ούτε στους συγγενείς που ερχόταν να τον δουν και κουνούσαν το κεφάλι στη μάνα του και στον πατέρα του συμπονετικά, ούτε στον παπά-Γιώργη που διάβαζε ευχές, ούτε στον Αντώνη που ήρθε διαδοχικά με το μισό τμήμα της τρίτης λυκείου, ούτε στην αδερφή του που καθόταν λίγο και μετά την έπιαναν τα κλάματα κι έφευγε λέγοντας «εγώ φταίω, εγώ φταίω!»
Έρχονταν και γιατροί! Νευρολόγοι, ψυχίατροι, ψυχολόγοι. Όλοι μιλούσαν για σοκ, νευρικούς κλονισμούς, κατάθλιψη μα κανείς δεν είχε κάτι αποτελεσματικό να προτείνει. Του έβαλαν ορό με αντιβιώσεις και βιταμίνες και μπήκανε στη διαδικασία να τον μετακινούν αυτοί, γιατί ξεκίνησε το δέρμα του να πληγιάζει.
Μετά ήρθε ο Κοσμάς κι έφερε μαζί του έναν κοντό και ξερακιανό ινδό μ’ ένα βαλιτσάκι. Δεν ήθελε η μάνα του τέτοια πράγματα στο σπίτι της. Κατά κάποιο τρόπο τα θεωρούσε διαβολικά και αντίθετα με την χριστιανική της πίστη. Ρώτησε όμως τον παπά-Γιώργη που της είπε πως «Ο Παύλος είναι καλό παιδί, κι αν ο ινδός πρόκειται να τον γιατρέψει, τότε είναι απ’ το Θεό σταλμένος», οπότε επέτρεψε την θεραπεία της ανατολής.
Δυο μέρες έμεινε ο ινδός στο δωμάτιο με τον Παύλο. Χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, χωρίς ύπνο. Έμπαινε μόνο ο Κοσμάς για να αλλάξει ορούς και να τακτοποιήσει το ακίνητο και σκελετωμένο κορμί. Τη δεύτερη μέρα το βράδυ, ο Σαμπάλ, έτσι τον έλεγαν, βγήκε και είπε στην μάνα του Παύλου «Ξυπνήσει βράδυ και πεινάει. Φτιάξε σούπα ελαφρύ, κοτόπουλο ή ψάρι, ρίξε μέσα αυτό» και της έδωσε ένα μικρό πάνινο πουγκάκι πριν ξανακλειστεί στο δωμάτιο με τον Παύλο. Δεν το πίστεψε η κυρά Νίνα, αλλά ύπνο δεν είχε έτσι κι αλλιώς, οπότε έκατσε κι έφτιαξε τη σούπα. Ήταν τέσσερις τη νύχτα, όταν σκούντηξε ο ανατολίτης θεραπευτής τη μάνα που κοιμόταν στο τραπέζι, με το κατσαρόλι τη σούπα μπροστά της «Έλα κυρία, πεινάει, αλλά μπορεί φάει μόνος δεν. Πρέπει ταΐσει γιο τώρα!»
Με το πιάτο στο χέρι έσπρωξε διστακτικά την πόρτα, μην πιστεύοντας ακόμα ότι κάτι καλό θα έβλεπε απ’ τον κοντοπίθαρο που της είχε κουβαλήσει ο πιθηκάνθρωπος, έτσι τον έλεγε από μέσα της τον Κοσμά, κι επαναλάμβανε πάντα κι ένα «Θεέ μου σχώρα με», γιατί είχε τύψεις που κορόιδευε.
«Μαμά!» είπε ο Παύλος, αλλά περισσότερο διάβασε τα χείλια του στο ημίφως παρά τον άκουσε. Τόσο αδύναμα μιλούσε. Ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε μετά το θάνατο της Έρσης!
«Πεινάς παιδί μου;» τον ρώτησε και την πήραν τα δάκρυα που έσταζαν μες στη σούπα.
Ο Παύλος έγνεψε με τα βλέφαρα και προσπάθησε να σχηματίσει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Ένιωθε κουρασμένος και άδειος, με τις αναμνήσεις της ζωής του αχνές, σαν να έλειπε σε ταξίδι για χρόνια, και η μάνα του φαινόταν να έχει γεράσει, επιβεβαιώνοντας αυτή την αίσθηση. Είχε φοβερή φαγούρα σ’ όλο του το σώμα, ή ότι απέμενε απ’ αυτό, και το δέρμα του ήταν σκεπασμένο με κάτι μικρά γρομπαλάκια που το έκαναν να έχει την υφή της μπάλας του γκολφ. Δε μπορούσε όμως να ξυθεί. Δεν είχε δύναμη ούτε να σηκώσει το κεφάλι του από το κεφαλάρι του κρεβατιού που τον είχε αποθέσει ο Κοσμάς.
Έβαλε η μάνα του προσεκτικά μια πετσέτα, απ’ το λαιμό μέχρι την κοιλιά του, λες κι ήξερε, και πήρε να τον ταΐζει μ’ ένα μικρό κουταλάκι. Λίγο το τρεμάμενο χέρι, λίγο η δυσκολία του Παύλου να καταπιεί, χύθηκε η μισή από την πρώτη κουταλιά.
«Συγνώμη μαμά!» ψέλλισε πάλι.
«Δεν πειράζει Παύλο μου! Να, γι’ αυτό την έβαλα την πετσέτα.»
«Δεν εννοώ για το λεκέ μαμά»
«Τι είναι μάτια μου; Τι θέλεις;»
«Συγνώμη για όλα αυτά που περάσατε εξαιτίας μου!»
«Δεν φταις εσύ!» του έδωσε μια ακόμα κουταλιά και ξεκίνησε να κλαίει γοερά.
«Μαμά μην κλαις! Θα συνέλθω! Θα δεις!» είπε και κοίταξε το σακί με κόκαλα που διακρίνονταν κάτω από την πετσέτα. Σίγουρα δεν ήταν εύκολο να τον πιστέψει κανείς!
Η μάνα του περιόρισε το κλάμα και συνέχισε να τον ταΐζει κοιτώντας κι αυτήν, μάλλον απελπισμένα, το σώμα του με τα άπειρα κόκκινα στιγματάκια.
«Πονάς;» τον ρώτησε.
«Όχι! Αλλά έχω φαγούρα. Τρομερή φαγούρα! Και δεν μπορώ να ξυθώ!»

«Κάτσε Παύλο μου, τώρα που τελειώνουμε το φαγητό, θα σε ξύσω εγώ λιγάκι. Άφησε παράμερα το πιάτο και τον έξυνε απαλά στους μηρούς. Μετά λίγο πιο δυνατά. Τέλος αισθάνθηκε τα νύχια της να μπαίνουν στο δέρμα του και να τον ξεσκίζουν. Ούρλιαξε από τον πόνο, μα σαν κατέβασε τα μάτια να την κοιτάξει, έλειπε και τη θέση της είχε πάρει η Έρση. Εκεί που τα νύχια της τον ξέσκιζαν, δεν έβγαινε αίμα, αλλά σβήνονταν η ύπαρξή του. Χάνονταν σιγά - σιγά η εικόνα του από το κρεβάτι, σαν να ήταν τα χέρια της σβήστρες κι έσβηναν τη μολυβιά της ζωής του απ’ τον κόσμο που τόσο τον πόνεσε. Αισθάνθηκε μια αγαλλίαση κι έκλεισε τα μάτια του ικανοποιημένος, μα η εικόνα χάθηκε και τον κατέκλυσε ο φόβος. Ένας αδιευκρίνιστος μα παντοδύναμος φόβος που τον διαπερνούσε και τον πάγωνε. Άνοιξε τα μάτια του για να την ξαναδεί, μα μπροστά του είχε τον ίδιο αυτό φόβο προσωποποιημένο, σε μια μορφή τρομακτική σαν του Venom, με δόντια μυτερά και διχαλωτή γλώσσα, έτοιμο να τον κατασπαράξει.


Βασίλης Ζησόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου