Welcome

Στο blog μας θα βρείτε δεκάδες Έλληνες συγγραφείς και πρωτότυπες εμπνευσμένες ιστορίες κάθε είδους, για κάθε ηλικία και για όλα τα γούστα, όπως επίσης εβδομαδιαίες κληρώσεις βιβλίων, συνεντεύξεις γνωστών συγγραφέων, συμβουλευτικά συγγραφικά άρθρα και πολλά άλλα.

Το όνομά μας είναι πλέον γνωστό στους εκδοτικούς κύκλους και είμαστε περήφανοι για το γεγονός ότι μέσα από του Moonlight Tales έχουν αναδειχτεί ιστορίες που τώρα, υπό εκδοτική στέγη πια, κοσμούν τα ράφια βιβλιοπωλείων.

Εάν λοιπόν λατρεύετε τη λογοτεχνία, περιηγηθείτε στο blog μας και ανακαλύψτε όσα έχουμε να σας προσφέρουμε.

Καλώς ήρθατε στον Moonlightόκοσμο!

23 Φεβ 2018

0 Τα παιδιά της ομίχλης (Κεφάλαιο 7) - "Επιστροφή"

Τον ξύπνησε, κοντά στο πρώτο χάραμα, η αμυδρή αίσθηση απαλής γούνας που γλιστρούσε μαλακά από τον αριστερό του ώμο, στο κάτω μέρος του σαγονιού του κι από εκεί πάλι πίσω στον ώμο  για να χαθεί στο κέντρο του στέρνου του, ρίχνοντας εκεί το βάρος μιας μικρής απροσδιόριστης μάζας, που κούρνιασε μαζεύοντας πόδια και χέρια, γουργουρίζοντας ανυπόμονη στο λακκάκι του λαιμού του, αφήνοντας ανάμεσα από την ανάσα της εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά των υπόγειων νεκροπόλεων που αναμασούσαν τη στατική τους αθανασία στα αφανή έγκατα των ερήμων που σάρωναν οι άνεμοι της Ανατολής τριγύρω από τα πλευρά του Νείλου.

4 OOPS! Ξέχασα την πεθερά μου στον καταψύκτη (Πρόλογος)

«Η περίπτωσή σας είναι ιδιάζουσα, κυρία Μάρθα. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να γλιτώσετε τα την ισόβια κάθειρξη, ωστόσο τη δεκαετή ποινή θα πρέπει σίγουρα να την εκτίσετε!»
Ο δικηγόρος με το γελοίο, πουά παπιγιόν με κοιτούσε με ύφος μπλαζέ μέσα από τις μυωπικές γυαλαμπούκες του.

21 Φεβ 2018

0 Η αιώνια μάχη: Η πτώση (Κεφάλαιο 7) - "Αποκαλύψεις μιας ψυχής"

Διάφορες  σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της Ζωής.
Είναι απρόσμενα δυνατός αλλά κι αδύναμος. Δεν ξέρει κι αυτό τον κάνει επικίνδυνο, για τον εαυτό του και τους γύρω. Οι γηραιοί δεν πρέπει να μάθουν ποιος είναι…
«Ζωή, πού βρίσκεσαι;» έσπασε τη σιγή που υπήρχε στο αρχοντικό η δυνατή φωνή της Ευανθίας, που ήταν γεμάτη αγωνιά και φόβο.
Γρήγορη σαν τον άνεμο κατέβηκε τις σκάλες του πυργίσκου και έτρεξε στο δωμάτιο του Κάσιου.

0 Faded Memories - "Έκλυτη Πολιτεία" (Διήγημα 13ο-Μέρος Γ)

Δεν ένιωθα καν τα πόδια μου να κουνιούνται, όμως κατά κάποιο τρόπο είχα καταφέρει να φτάσω πιο κοντά στον παιδικό μου φίλο και προστάτη σε δευτερόλεπτα. Είχα ήδη κατέβει τα σκαλιά που μας χώριζαν, όταν ένιωσα δύο χέρια να με τραβάνε πίσω βίαια. Γύρισα απότομα για να αντικρίσω τον φρουρό που μου είχε μιλήσει πριν λίγο να με κοιτάει με έντονο βλέμμα.
«Άφησέ με» του είπα κοιτάζοντας και πάλι τον Σεθ που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη λαβή των φρουρών. «Είναι ο Σεθ» άρχισα να φωνάζω μια στον άντρα που με κρατούσε και μια στον Ειρηνικό Βασιλιά που με κοιτούσε χαμένος και μπερδεμένος με την όλη κατάσταση. «Είναι ο Σεθ» ψιθύρισα με δάκρυα στα μάτια και γύρισα πάλι προς το μέρος του προστάτη μου. Τα χέρια που πριν λίγο με εμπόδιζαν εξαφανίστηκαν και αμέσως βρέθηκα μέσα μια δυνατή, γνώριμη αγκαλιά. Τα δάκρυά μου συνέχισαν να θολώνουν την όρασή μου ακόμα κι όταν τα χέρια του Σεθ βρέθηκαν να κρατάνε το πρόσωπό μου.

0 The Last Shadow (Game of Shadows II) - (Κεφάλαιο 14) "Η νύχτα της αλήθειας"




To βράδυ δεν άργησε να έρθει. Διάφορες ιστορίες και μύθοι έχουν διατυπωθεί για τη νύχτα και το απόλυτο σκοτάδι. Λένε πως η νύχτα συνδέεται με την παρουσία των αρπακτικών, τόσο ανθρώπινων όσο και άλλων του ζωικού βασιλείου… Ενώ πάλι πολλοί μύθοι περιέχουν ιστορίες για βρικόλακες, φαντάσματα και ξωτικά που εμφανίζονται μόλις νυχτώσει. Τα κρίσιμα σημεία διαδραματίζονται στο σκοτάδι. Η νύχτα, γενικά, θεωρείται πως μπορεί να κρύβει πολλές σκοτεινές εκπλήξεις! Έτσι και για μας αυτή η βραδιά έκρυβε σκοτεινές αλήθειες. Αυτή έμελλε να είναι η νύχτα της αλήθειας...

16 Φεβ 2018

0 Η Μάγισσα του Αέρα (Κεφάλαιο 22) - "Έρωτες" (Μέρος 2o)


«Τι εννοείς Κα; Πώς ακριβώς σε στεναχωρώ;»
Γυρνάω προς το μέρος από όπου ακούστηκε η φωνή του. Τον βλέπω να με παρατηρεί με ανασηκωμένα τα φρύδια από την κάσα της κουζίνας, σαν να μου λέει πως δεν καταλαβαίνει τι δεν καταλαβαίνω. Το στενό μαύρο μπλουζάκι του διαγράφει υπέροχα τους μύες του στήθους του και ταιριάζει απίστευτα με τη φαρδιά γκρι φόρμα που φοράει από κάτω. Τα μαλλιά του είναι ως συνήθως επιμελώς ατημέλητα και σέξυ και με προκαλούν να τα αγγίξω.
«Γιατί δεν ήρθες σε μένα να σου εξηγήσω το ξόρκι και πήγες στη βλαμμένη», μου εξηγεί χωρίς άλλες περιστροφές και περπατά προς το μέρος μου με αργά, σίγουρα βήματα, σαν το θηρίο που προσεγγίζει το θήραμά του.
«Με παρακολουθείς;» είναι η πρώτη σκέψη που ξεπηδά στο μυαλό μου και ήδη νιώθω να φουντώνω. Ούτε η Νόρα δεν έχει τολμήσει κάτι τέτοιο.

0 M Ø NS Ŧ ER (Κεφάλαιο 5ο) -ƶeeℜnebooch- (μέρος 4ο)

Όταν ο Άσερ με ξάπλωσε σε εκείνο το παλιό, φθαρμένο στρώμα με την ξεκοιλιασμένη γέμιση, ήξερα καλά τι θα ακολουθούσε. Και αυτή η σκληρή, αβάσταχτη επίγνωση με έκανε να θέλω να ουρλιάξω, να φωνάξω, να θρηνήσω για την αθωότητά μου που θα μου την έκλεβε για πάντα. Μα η κραυγή μου ξεκίνησε από τη μέση μου για να σκαρφαλώσει στο σώμα μου, και να κολλήσει στο λαιμό μου. 
Δεν μπορούσα να παράγω τον παραμικρό ήχο. Είχα παραλύσει ολοκληρωτικά.
Ακόμα και αν μπορούσα να χαλαρώσω τους μύες του λαιμού μου, και να αφήσω τον ήχο να ξεχυθεί στο χώρο... τι νόημα θα είχε; Θα το πρόσεχε κανείς;

14 Φεβ 2018

0 Επικίνδυνες Σκιές (Κεφάλαιο 6)

ΛΙΜΝΗ ΝΤΕ ΒΕΡΟΥΜ

    Η ΜΙΑ ΞΥΠΝΗΣΕ ΑΠΛΩΜΕΝΗ πάνω στο πέτρινο τοίχωμα της σπηλιάς. Έκπληκτη πρόσεξε πως ο μικρός δράκος ήταν κουλουριασμένο πάνω στο στέρνο της. Άρα δεν ήταν όνειρο, συνειδητοποίησε. Ακούμπησε το δράκο γεμάτη απορία για την υφή του ψηφιδωτού δέρματός του. Ήταν πολύ σκληρό όπως το περίμενε. Εκείνο σήκωσε απότομα το κεφάλι του και τσίριξε δυνατά προκαλώντας πόνο στα αυτιά της Μία. «Εντάξει, εντάξει, δεν θα σε ξαναγγίξω» Του είπε γελώντας. «Άντε σήκω από πάνω μου τώρα». Δεν ήξερε γιατί του μιλούσε. Απλά πίστευε πως αφού ήταν δράκος μπορεί να ήταν αρκετά έξυπνος για να την καταλάβει. Ο δράκος σηκώθηκε και πετάρισε τα φτερά του πετώντας μερικά εκατοστά από πάνω της μέχρι που άγγιξε το έδαφος. Η Μία απόρησε αν πραγματικά την είχε καταλάβει.

0 Οι Ψιθυριστές (Κεφάλαιο 5)

ΝΤΑΡΙΑ

       Κλείνομαι στο δωμάτιο που μοιράζομαι με την Φλάριον και την Βασάλτη. Με δάκρυα στα μάτια, βουτάω στο κρεβάτι μου κι αρχίζω να κλαίω, σαν μεγάλο μίζερο μωρό. Πού έκανα λάθος; Ο Άσερ φαινόταν τόσο θετικός χθες. Εξαιτίας της θλίψης του πήρα η ίδια το θάρρος, να θίξω πάλι αυτό το θέμα. Όταν όλες οι άλλες προσπάθειές μας πήγαν χαμένες, πιστεύω πως τωρα βρήκα την άκρη, για να ξεκινήσουμε μια νέα έρευνα. Για χάρη της. Χαμηλώνω τα ματόκλαδά μου φέρνοντας στο νου μου κάποιες από τις σκοτεινές αναμνήσεις, που ταλανίζουν την ψυχή μου.

10 Φεβ 2018

0 Η Μάγισσα του Αέρα (Κεφάλαιο 22) - "Έρωτες" (Μέρος 1ο)


Παρά την ενστικτώδη παρόρμησή μου να ακολουθήσω τον Τάι, όπου κι αν έχει τηλεμεταφερθεί τέλος πάντων, αποφασίζω να ακολουθήσω τα αδέρφια Ντι Κάρλο μέχρι την εξώπορτα και να τους πω δυο ενθαρρυντικές κουβέντες. Μπορεί να εμπόδισα τον Τάι να κάνει αυτό ακριβώς, αλλά πιστεύω πως οι δυο κολλητοί φίλοι είναι αρκετά φορτισμένοι για να μπορέσει ο ένας να ανακουφίσει τον άλλο.
«Ματ! Τι-Κέι! Περιμένετε μισό λεπτό!»
Σταματάνε αμέσως και οι δυο και στρέφονται προς το μέρος μου με το πρόσωπό τους γεμάτο απορία.
«Μπόνι; Έγινε κάτι;», ρωτά ανήσυχος ο Ματ.
«Όχι, τίποτα ανησυχητικό, χαλάρωσε», απαντώ αμέσως για να τους ηρεμήσω. «Απλά ήθελα να σας πω ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν έχετε να φοβάστε τίποτα. Αλήθεια», τους λέω όσο πιο πειστικά μπορώ και κοιτάζω εναλλάξ μία τον Ματ και μία τον Τι-Κέι. «Ο Τάι θα τη βρει τη λύση, θέλω να είστε σίγουροι γι’αυτό».

9 Φεβ 2018

0 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 14)

Ο Κίαν φυλλομετρούσε το βιβλίο που του είχε χαρίσει η Ζαμπρίνα λίγο πριν φύγει. Δεν μπορούσε να διαβάσει μέσα στο σκοτάδι –η φλόγα του μισοτελειωμένου κεριού της αποθήκης ήταν έτοιμη να σβήσει- έτσι απλά μετρούσε τις σελίδες. Το περιεχόμενό τους στριφογύριζε στο μυαλό του αργά, βασανιστικά, γραμμένο πάνω στην γλυκιά φωνή της Ζαμπρίνα.

«Λέγεται, πως αν ευχηθείς κάτι πολύ, πολύ δυνατά –σε ένα πεφταστέρι, ή σε ένα τετράφυλλο τριφύλλι, δεν έχει σημασία- τότε η Ευχή σου κινεί γη και ουρανό για να σε βρει. Και όταν σε βρει, πραγματοποιεί αυτό που ευχήθηκες με όλη σου την ψυχή· γιατί αυτό κάνουν οι Ευχές. Αυτός είναι ο σκοπός τους.»

7 Φεβ 2018

0 Τα παιδιά της ομίχλης (Κεφάλαιο 6) - "Ο νυχτερινός επισκέπτης"

Ήταν λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, όταν ο ταξιδιώτης με το πρόσωπο σταθερά κατεβασμένο στο έδαφος, σκυφτός κάτω από τον βαρύ δερμάτινο μανδύα του, προσπέρασε τις μικρές αγροικίες με τις καλοφροντισμένες αυλές και τα χωράφια για να μπει στην πόλη. Τα βήματά του αργά, αλλά δίχως τη βαρυθυμία της κούρασης, ξεδιπλώνονταν σε σταθερές ακολουθίες πάνω στο νωπό από τη νυχτερινή δροσιά μονοπάτι. Αν και είχε διανύσει μια μακριά κι επικίνδυνη διαδρομή και τα ρούχα του, όπως κι ο παλιός υφασμάτινος σάκος με τα λιγοστά υπάρχοντα τού ταξιδιού του, ήταν σκονισμένα, λασπωμένα και βρώμικα, η βραδύτητα και η ηρεμία με την οποία η σκοτεινή φιγούρα περπατούσε στο σκοτάδι έδινε, στην αρχή τουλάχιστον, την εντύπωση ενός απλού νυχτερινού οδοιπόρου.
Προσπερνώντας τα όμορφα εκείνα σπίτια με τις χαμηλές, σκεπτικές τους σκεπές  κοντοστάθηκε και τους έριξε μερικές κλεφτές ματιές κάτω από το γείσο της κουκούλας του, αποσπώντας για λίγο την προσοχή του από τις έγνοιες που κουβαλούσε. Αν κάποιος επινοητικός νους μπορούσε με κάποιο τρόπο να τρυπώσει μέσα στο σκοτάδι εκείνου του μυαλού και να κατέβει πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρα, θα διέκρινε το φάσμα της νοσταλγίας να τρεμοσβήνει σε πολλές μικρές εικόνες που έτρεχαν βιαστικά η μια πίσω από την άλλη.  Τα σπιτάκια χτισμένα από πέτρα και ξύλο, με τους λευκούς καπνούς από τα τζάκια αναμμένα σχεδόν πάντα εδώ, ακόμα και τις νύχτες του καλοκαιριού, έπλεαν τόσο γαλήνια μέσα στη νυχτερινή ομίχλη που ανέβαινε από τη θάλασσα με τα λουλούδια στους κήπους να αντανακλούν τις νυχτερινές σκέψεις των άστρων, όταν το λευκό ποτάμι που κυλούσε ανάμεσά τους τους άφηνε το περιθώριο.
Όμορφες, ήρεμες ζωές των απλών ανθρώπων... Ζωές που δε μας ανήκουν, που εμείς δεν έχουμε χώρο για να τις ζήσουμε...
Θυμόταν, όλο και πιο συχνά τελευταία, πολλές από τις προηγούμενες εποχές και η βαρυθυμία και η μοναξιά που ένιωθε μεγάλωναν. Κι όπως άρχισε ξανά να περπατά, λίγο πιο γρήγορα αυτή τη φορά, λες και βιαζόταν να απομακρυνθεί από τις ίδιες του τις σκέψεις, μια στυφή γεύση ανέβηκε στον ουρανίσκο του.
Καθώς τα πόδια του συνάντησαν το πλακόστρωτο του δρόμου της πόλης σταμάτησε για δεύτερη φορά. Ίσιωσε στον ώμο του τον σάκο κι ανασήκωσε το κεφάλι. Στο βάθος της βαριάς κουκούλας που με μεγάλη προσοχή είχε ρίξει πολύ χαμηλά για να καλύπτει τελείως το πρόσωπό του, έλαμψε ένα ζευγάρι κοφτερά μάτια. Ο τόπος είχε αλλάξει πολύ. Οι παλιές εκείνες πρόχειρες καλύβες που είχαν στηθεί κακοφτιαγμένες κι άτσαλες, οι πρόχειρες σκηνές και τα παραπήγματα, οι χωματένιοι παλιόδρομοι και τα αγριόδεντρα, όλα αυτά είχαν εξαφανιστεί. Στη θέση τους μια καλοσχηματισμένη κι ήσυχη πολιτεία με τα τακτικά της σπίτια, τις αυλές και τα υποστατικά τους. Και μέσα σε αυτά καλοζωισμένοι και τακτικοί άνθρωποι, οικογενειάρχες, πλούσιοι και φτωχοί με τις δουλειές, τις γιορτές και τις αργίες τους.
Στον αέρα όμως τριγύρω επιζούσε ακόμα εξασθενημένος αλλά διακριτικά παρών ο απόηχος εκείνης της ξεθυμασμένης σχεδόν μυρωδιάς που του ήταν γνώριμη από τις περιπλανήσεις του στους σκοτεινούς τόπους του Παλαιού Κόσμου. Μια μυρωδιά που αιωρούνταν πάνω από τις Νεκροπόλεις της Αιγύπτου, τις κατακόμβες της Ρώμης και τα γκρίζα αββαεία της βόρειας Ευρώπης.   Ήξερε ωστόσο πως για απόψε τουλάχιστον μπορούσε να παραμείνει ήσυχος. Απόψε όλα ήταν στις θέσεις τους. Εκεί που ανήκαν.  Κι εκείνος μπορούσε να βρει τον δρόμο του με την ηρεμία του. Ήταν ακόμα νωρίς, χρόνος υπήρχε τουλάχιστον μέχρι τη νέα σελήνη.
Άνοιξε το βήμα και προσπέρασε τα πρώτα σπίτια της πόλης την ώρα ακριβώς που το ρολόι της κεντρικής πλατείας με το μονότονο χτύπο του σηματοδοτούσε τα μεσάνυχτα.
«Αυτή η πολιτεία, η πόλη μας, θα γίνει κάποτε μια από τις μεγαλύτερες της Νέας Γης».
Τα λόγια του επικεφαλή εκείνης της αποστολής, που τέσσερις γενιές πριν είχε φτάσει εδώ αποδεκατισμένη κι εξαθλιωμένη μετά από ένα  μακρύ ταξίδι από την άλλη μεριά του ωκεανού, ήχησαν σε ένα συριστικό τράβηγμα στο μυαλό του. Δεν είχαν απομείνει παρά μια χούφτα άνθρωποι εξαντλημένοι από το ταξίδι πάνω στη θάλασσα, θλιβεροί κι αδύναμοι. Είχαν όλοι εγκατελείψει τις πατρίδες τους, γυναίκες κι άντρες, γιατί εκεί οι περισσότεροι δεν είχαν καμιά ελπίδα. Όλα τα πρόσωπα φαγωμένα από την αθλιότητα, αθλιότητα που είχε πέσει στα κεφάλια τους από τις συγκυρίες της ζωής και τα παιχνίδια της μοίρας ή σε κάποιες περιπτώσεις την είχαν οι ίδιοι προκαλέσει. Δεν ήταν καλή εκείνη η πρώτη ομάδα κι ίσως να ήταν, αν μπορεί να το πει κανείς χωρίς να θεωρηθεί βλασφημία, καλύτερα που οι πιο πολλοί δεν πρόφτασαν να επιζήσουν στο ταξίδι.
Μα έπειτα ακολούθησαν κι άλλοι. Κι οι επόμενες φουρνιές ήταν καλύτερες από την πρώτη. Άνθρωποι ευκατάστατοι κι εργατικοί, κάποιοι με χρήματα και περιουσίες που αναζητούσαν εδώ αυτό που τους είχαν αρνηθεί για διαφορετικούς στον καθένα λόγους στις πρώτες τους πατρίδες:  κοινωνική αναγνώριση, δύναμη, εξουσία.
Τα θυμόταν όλα πολύ καλά. Ξεκάθαρα. Λες και όλες οι σκηνές διαδραματίζονταν τώρα μπροστά του. Οι κακουχίες και ο μόχθος των πρώτων εκείνων χρόνων, οι συγκρούσεις για τη γη μεταξύ των νέων αποίκων, αλλά και οι αγώνες εναντίον των λιγοστών καχύποπτων ιθαγενών που είχαν απομείνει προτού υποχωρήσουν ηττημένοι για να εξοντωθούν στην ενδοχώρα. Μα πράγματι τώρα η πόλη είχε γίνει σπουδαία. Όχι πολύ μεγάλη, φαινόταν μάλλον σαν ένα μεγάλο χωριό, μα ευημερούσε. Όμορφα αρχοντικά σπίτια τα περισσότερα, καλοβαλμένα πέτρινα δρομάκια, ηρεμία. Κι οι ιαχές του πολέμου που προετοίμαζαν οι αποικίες για την ανεξαρτησία από τις μητροπόλεις τους στην Ευρώπη  δεν έφταναν στον τόπο αυτό, παρά ως εξασθενημένοι αντίλαλοι απόμακροι κι ανίσχυροι να προκαλέσουν ανησυχίες.
Περνούσε τώρα ανάμεσα από τις μακριές σκιές των σπιτιών που ανταγωνιζόμενες η μια την άλλη απλώνονταν σαν μισολυγισμένα ακροδάχτυλα σπασμένα σε άνισες αρθρώσεις. Κι έτσι πλεγμένες τραβούσαν σε μάκρος μέχρι εκεί που τα σπίτια αραίωναν και πάλι για να δώσουν τη θέση τους σε μεγαλύτερες αρχοντικές κατοικίες των ισχυρών του τόπου.
Εδώ και ώρα η κουκούλα του είχε αρχίσει να στάζει από την υγρασία κι άρχισε να νοσταλγεί μια ζεστή φωτιά κι ένα αναμμένο τζάκι.  Τόσες μέρες, τόσα χρόνια κι αιώνες σε αυτή την ατελείωτη περιπλάνηση και πάντα αυτή η γλυκιά παραμυθεία της φωτιάς και του ύπνου. Από κάπου μακριά ακούστηκε το κρώξιμο από ένα νυχτοπούλι, αφανής οριοθέτηση του χρόνου.
Έστριψε δεξιά κι ακολούθησε ένα στενό μονοπάτι, πλακόστρωτο κι αυτό από εκείνα που έβγαζαν έξω από την πόλη κατά το δάσος, μα λίγο πιο πέρα το άφησε κι αυτό. Χώθηκε στα πιο στενά δρομάκια, σπρώχνωντας τα βήματά του να ακολουθήσουν λίγο γρηγορότερο ρυθμό. Τώρα το τοπίο γύρω του είχε αλλάξει, τα ψηλά καλοφροντισμένα σπίτια είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε άλλα χαμηλότερα και με μικρότερες αυλές, κοντύτερα το ένα με το άλλο, σχεδόν σκυφτά το καθένα στην αγκαλιά του άλλου, πλεγμένα σε ένα πέτρινο δίχτυ.
Οι σκιές έπαιζαν όμορφα τα παιχνίδια τους μέσα στην ησυχία της νύχτας. Το ίδιο και τα κλαδιά των λιγοστών δέντρων ή τα μάτια μιας γάτας που εμφανιζόταν απότομα πάνω σε κάποιο φράχτη για να χαθεί το ίδιο ξαφνικά. Από κάπου μακριά ακούστηκε το αλύχτησμα ενός ξεμοναχιασμένου σκύλου, παραπονιάρικο μέσα στη νύχτα και κάπου αλλού μια πόρτα που έκλεισε με θόρυβο. Έπειτα πάλι ησυχία. Μόνο τα βήματά του το ένα πίσω από το άλλο στο πέτρινο κράσπεδο κι ο θόρυβος μιας αρμαθιάς μεταλλικών κλειδιών που κρεμόταν από τη ζώνη στη μέση του.
Δεν άργησε να βγει από την πόλη. Μπροστά του τώρα ξεχυνόταν μια απλωσιά. Η ομίχλη υγρή και παχιά ανέβαινε  σχεδόν μέχρι τα γόνατά του. Γρήγορα η απλωσιά σταμάτησε και έδωσε τη θέση της σε δέντρα απροσδιόριστων μεγεθών και σχημάτων που κάλυπταν ένα φαρδύ χωμάτινο δρόμο χαμένο κάτω από τα πόδια του. Περπάτησε λίγο αφουγκραζόμενος τις μαλακές συζητήσεις των δέντρων. Μια γέρικη Ιτιά στις καλοκρυμμένες από το σκοτάδι όχθες ενός δειλού ποταμού που ξεψυχούσε με παραπονιάρικα αγκομαχητά μοιρολογώντας τον απομακρυσμένο χειμώνα που γέμιζε με νερό τα σπλάχνα του, τον γνώρισε. Τα κλαδιά της τρεμούλιασαν μαλακά, καθώς την προσπερνούσε σε ένα χαρούμενο καλωσόρισμα, μα ήταν πολύ γριά κι αδύναμη για να διακόψει τα αργοπορημένες συνομιλίες των νεότερων δέντρων και να τους συστήσει το νεοφερμένο.
Συνέχισε να προχωρά μέχρι που ο γνώριμος πετρόχτιστος τοίχος φάνηκε στα δεξιά του. Τον ακολούθησε χωρίς διακοπή κάτω από τα παγωμένα κι αμίλητα βλέματα των δέντρων που τον παρακολουθούσαν πιο αραιά φυτρωμένα τώρα και σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο. Γεροί και δυνατοί κορμοί πίεζαν σε κάποια σημεία τον ψηλό τοίχο με τις παχιές πέτρες σκύβοντας από πάνω του και ρίχνοντας κρυφές ματιές στο εσωτερικό του. Ο τοίχος συνέχιζε για αρκετά μέτρα μέχρι που έφτανε στην κλειδωμένη καγκελόπορτα με την πέτρινη αψίδα της.
Το θυμόταν κι αυτό το μέρος, τότε στις πρώτες του μέρες. Τότε που ο θάνατος ήταν ο πιο συχνός σύντροφος των ανθρώπων, αλλά το περιβόλι του μια θλιβερή παλέτα στεγνών κι αφυδατωμένων χρωμάτων. Ένα χωράφι γυμνό, λάσπη ανακατεμμένη με πέτρες και παράδοξα φυτά που φύτρωναν θρασύτατα όπου μπορούσαν και ζούσαν με τα ελάχιστα που τους έδιναν άλλοτε η ζωή κι άλλοτε πιο απλόχερα ο θάνατος ανάμεσα στους σκαμμένους λάκκους και  τους προχειροβαλμένους ξύλινους σταυρούς. Μα τώρα και το θλιβερό τούτο περιβόλι θα είχε σίγουρα αλλάξει.
Στάθηκε για λίγο μπροστά στην κλειδωμένη καγκελόπορτα κι έπειτα με την ευκολία που έχει ο οικοδεσπότης που ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, τράβηξε την αρμαθιά με  τα μισοσκουριασμένα μεταλλικά κλειδιά που κρεμόταν από τη μέση του και ξεχωρίζοντας ένα το πέρασε στην κλειδαρότρυπα. Ακούστηκε ένα μαλακό τρίξιμο κι εκείνος με μερικά αργά βήματα πέρασε μέσα.
Εκεί στην ησυχία του λυπημένου κήπου το σκοτάδι του φαινόταν τώρα πιο απαλό, ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Σε αυτό το μέρος της αιώνιας σιωπής για τους θνητούς, του σκοταδιού και της γαλήνης για εκείνους που κατοικούν ακόμα στο απαλό φως της ζωής κι εκείνους που θα έχουν την τύχη να περάσουν κατευθείαν στη γαλήνη της επόμενης.
Η ομίχλη καταλάγιαζε τρυφερή ανάμεσα στα πόδια του, διασκορπιζόταν  διχαλωτή στους χαμηλούς βράχους, τα μάρμαρα και τα μνημεία κι από τον ουρανό μια αόρατη σελήνη παρακολουθούσε αθέατη τη γεροδεμένη μορφή που βημάτιζε στο λιθόστρωτο με τα εκατοντάδες αστέρια να σιγοτρέμουν διστακτικά ολόγυρά της.
Γύρισε και κλείδωσε πίσω του την πόρτα. Από την αρμαθιά του ξεχώρισε ένα δεύτερο κλειδί και στράφηκε στην εκκλησία στα δεξιά. Κοντοστάθηκε για λίγο  στην κεντρική της είσοδο παίζοντας με το χοντρό μεταλλικό κλειδί ανάμεσα στα δάκτυλά του, μα γρήγορα άλλαξε γνώμη. Αυτό μπορούσε να περιμένει για μετά, δεν υπήρχε άλλωστε κανένας φόβος απόψε. Συνέχισε με το κλειδί στα χέρια  κι έφερε τον γύρο από την αριστερή πλευρά. Εδώ τα πάντα ήταν όπως τα θυμόταν. Σταμάτησε σε μια μικρή καλύβα που ξέκοβε ανάμεσα στα δέντρα και ξαναπέρασε την αρμαθιά με τα κλειδιά στη ζώνη του. Δε χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα. Με μια ελαφριά σπρωξιά η βαριά ξύλινη πόρτα υποχώρησε αφήνοντας μια δέσμη ξεθυμασμένου φωτός να συναντήσει τρέμοντας τα πόδια του. Έσκυψε το κεφάλι κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
Κοντοστάθηκε στο άνοιγμα. Μια μικρή φωτιά παιχνίδιζε ανάμεσα στα κούτσουρα που τριζοβολούσαν παρηγορητικά στο τζάκι στο βάθος, ενώ πλάι σε ένα χαμηλό τραπέζι ένας κοντός κακοφτιαγμένος ανθρωπάκος στεκόταν όρθιος με τα χέρια πλεγμένα δουλικά μεταξύ τους και το κεφάλι σκυμμένο κρύβοντας απολογητικά το μόνιμο μειδίαμα στο πρόσωπό του. Το πρόσωπό του μισοκρυβόταν κάτω από ένα κωμικό παιχνίδισμα σκιών.
«Καλώς όρισες, αφέντη» ψιθύρισε με μια λεπτή ενοχλητική φωνή. «Σε περίμενα».


Δέσποινα Μανωλακάκη



0 Οι Ψιθυριστές (Κεφάλαιο 4)

ΒΑΣΑΛΤΗ

       Το επόμενο πρωί ο λαμπερός ήλιος που στολίζει τον ουρανό, δεν μπορεί να φτιάξει τη διάθεση κανενός. Φαντάζομαι πως δείχνω ακόμα πιο χάλια από την περασμένη μέρα. Τον τελευταίο καιρό η εμφάνισή μου είναι κάτι παραπάνω από αξιολύπητη. Έχω χάσει αρκετό βάρος κάνοντας το σώμα μου έναν ζωντανό σκελετό, το δέρμα μου έχει γίνει τόσο ωχρό, που οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου μοιάζουν να είναι ζωγραφισμένοι με μαρκαδόρο. Αυτή η κατάσταση δεν είναι καθόλου φυσιολογική για ένα ζωντανό πλάσμα, πόσο για μια βρικόλακα όπως εγώ. Δε θα έπρεπε, να επηρεάζομαι σωματικά από τις παρενέργειες του να είσαι φύλακας της Φλόγας. Οι υπόλοιποι… απλώς δεν έχουν κέφια.
Η Ντάρια σηκώνεται όρθια και ξεροβήχει, για να τραβήξει την προσοχή τους.

0 Επικίνδυνες Σκιές (Κεφάλαιο 5)

ΈΡΑΜΠΟΡΝ

    ΌΤΑΝ Η ΆΙΣΛΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΝΑ ΣΥΝΕΡΧΕΤΑΙ, κειτόταν ξαπλωμένη σε ένα μέρος πολύ διαφορετικό από το κελί της. Τα μαλλιά της ήταν περιπλεγμένα μεταξύ τους, και οι μακριές τούφες απλώνονταν πάνω σε ένα μαλακό λευκό μαξιλάρι. Το πρόσωπό της είχε βρει ξανά το συνηθισμένο, αρκετά λευκό ακόμη, χρώμα του. Το σώμα της ήταν κρυμμένο κάτω από ένα μάλλινο καφετί σκέπασμα. Το κρεβάτι στο οποίο βρισκόταν είχε μεταλλικό σκελετό και μερικές μεταλλικές ράβδοι διαπλέκονταν δημιουργώντας λουλούδια στο προσκέφαλο του.

3 Φεβ 2018

2 Φεβ 2018

0 Η καρδιά σε θυμάται (Κεφάλαιο 12) - “ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΣΑΝ ΕΧΘΡΟΣ”

Μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας στην πραγματικότητα αλλά όχι στις αναμνήσεις μας.
-Stanislaw Jerzy Lec

Όταν ξύπνησε η Μελίνα η ώρα είχε πάει ήδη οχτώ. Ο Ιάσονας δεν είχε φύγει ούτε λεπτό από δίπλα της. Για λίγο μόνο είχε κλείσει τα μάτια του. Η Μελίνα, ανοίγοντας τα μάτια της, τον ένιωσε δίπλα της με το χέρι του να είναι τυλιγμένο γύρω της. Όσο κοιμόταν εκείνη, ο Ιάσονας την κρατούσε αγκαλιά και δεν σταμάτησε λεπτό να την κοιτά αναπολώντας τις όμορφες στιγμές που πέρασαν μαζί.

0 Ο Κυνηγός των Ευχών (Κεφάλαιο 13 - Μέρος 4ο)

Η Φιντέλμα και η Ντέιλφ ήταν πια τόσο αδύναμες, που τα πανίσχυρα μαγικά προστασίας είχαν αρχίσει να φθίνουν. Οι Αντευχές ήδη πλησίαζαν στο φως, τρίβοντας τα χέρια τους και ξερογλύφοντας τα ζαρωμένα τους χείλη. Ήδη αισθάνονταν τις λείες τους στα νύχια τους.

1 Φεβ 2018

0 Faded Memories - "Έκλυτη πολιτεία" (Διήγημα 13ο - Μερος Β)

Η Αννέττα είχε βρεθεί στο λεπτό δίπλα μου αγκαλιάζοντάς με τόσο δυνατά που παραλίγο να με ρίξει κάτω. Αρχίσαμε να γελάμε και οι δύο μέχρι που μας πλησίασε η μητέρα της για να με χαιρετήσει. Είχαν περάσει τόσα χρόνια που είχαν να με δουν και οι δύο, γι’ αυτό και, παρά την ταλαιπωρία και την κούραση μου, τις άφησα να με βομβαρδίσουν με ερωτήσεις για τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, μέχρι να μας διακόψει ο βασιλιάς με την ευγενική του παρουσία. Μου εξήγησε ότι ήδη μου ετοίμαζαν ένα από τα βασιλικά διαμερίσματα κι ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά θα με συνόδευαν σε όλες μου τις εξόδους δύο φρουροί του παλατιού.

0 Επικίνδυνες Σκιές (Κεφάλαιο 4)

ΊΟΡΝΤΕΘ
ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

    Ο ΕΣΤΕΦΑΝ ΑΤΕΝΙΣΕ ΣΚΕΠΤΙΚΑ τη ξεχασμένη φαρέτρα και το τόξο του στην άκρη του δωματίου. Ένα κομμάτι μέσα στη καρδιά του ούρλιαζε πως μόνο εκείνα χρειαζόταν. Ήξερε πως σύντομα θα έπρεπε να φύγει από την έπαυλη του μάγου. Άλλωστε το όπλο του ήταν ο μοναδικός του σύμμαχος και φίλος. Μα υπήρχε και μια μικρή, ασυνήθιστη φωνή μέσα του. Δεν μπορούσε να την καταλάβει απόλυτα. Συνεχώς του έλεγε πως έπρεπε να πάρει το κορίτσι μακριά από το Ίορντεθ. Μα η Φιέρα φαινόταν χαρούμενη μέσα στην έπαυλη.